Page 56 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 56
γράφω
γράμμα (το) 1. το γραπτό σύμβολο για Συνών.: ψηφίο (1), φιλολογία
(Ουσιαστικό, Ο39) κάθε φθόγγο μιας γλώσσας: (3)
(γράμ-μα, γεν. ► Το ελληνικό αλφάβητο έχει Σύνθ.: γραμματόσημο, γραμμα-
-ατος, πληθ. -ατα) είκοσι τέσσερα γράμματα. τοκιβώτιο, μονόγραμμα, σύγ-
[αρχ. γράμμα < γραμμα, διάγραμμα, περίγραμ-
γράφω] 2. γραπτό κείμενο που μα
απευθύνεται σε κάποιον, Οικογ. Λέξ.: γραμματικός,
επιστολή: ►Έστειλε ένα γράμ- γραμματική, γραμματέας,
μα στον θείο του στη Γερμανία. γραμματεία, γραμμάτιο
3. (πληθ.) γνώσεις, σπουδές, Προσδιορ.: καλογραμμένο,
λογοτεχνία: ►Κατά την περί- ανοιχτό, αποχαιρετιστήριο,
ανώνυμο (2)
οδο της Αναγέννησης αναπτύ- Φράσεις: ►Ψιλά γράμματα (=
χθηκαν σημαντικά τα γράμματα για κάτι ασήμαντο) ►Δεν παίρ-
και οι τέχνες. νει τα γράμματα (= υστερεί στο
σχολείο) ►Παίζω το κεφάλι μου
κορόνα-γράμματα (= βάζω σε
κίνδυνο)
γράφω 1. (μτβ.) παρασταίνω με Συνών.: συγγράφω (4)
(Ρήμα, Ρ2) γράμματα τις σκέψεις και Σύνθ.: αντιγράφω, αναγράφω,
(ενεστ. γρά-φω, αόρ. τα συναισθήματα: ►Γράφω εικονογραφώ, δακτυλογραφώ
έγραψα, παθ. αόρ. τις εντυπώσεις μου από τη σχο- Οικογ. Λέξ.: γραφή, γραφέας,
γράφτηκα, παθ. μτχ. γραφείο, γραφίδα, γράψιμο,
γραμμένος) λική εκδρομή. γραπτός, γράμμα, γραμμή
[αρχ. γράφω] 2. (μτβ.) στέλνω επιστολή, Φράσεις: ►Γράφει ιστορία (=
αλληλογραφώ: ►Μου γράφει έχει μεγάλη επιτυχία) ►Είναι
δυο φορές την εβδομάδα. γραμμένο (= το τυχερό, το πε-
3. (μτβ.) γράφω κάποιον σε πρωμένο) ►Αν με ξαναδείς,
καταλόγους: ►Έγραψε το παι- γράψε μου (= δεν πρόκειται να
ξανασυναντηθούμε)
δί του στο σχολείο.
4. (μτβ.) συντάσσω βιβλίο,
άρθρο, μουσική: ►Γράφει λο-
γοτεχνικά βιβλία.
5. (μτβ.) ορίζω κληρονόμο,
κληροδοτώ: ►Έγραψε στην
κόρη του το σπίτι στο χωριό.
55
10-0102-16,5X23,5.indd 55 23/11/2015 12:23:38 µµ

