Page 57 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 57

γωνία

                     γωνία  (η)     1.  σχήμα  της  γεωμετρίας  Σύνθ.:  γωνιόμετρο,  διαγώνιος,
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  που ορίζεται από    δύο ημι-  ακρογωνιαίος
                  (γω-νί-α)         ευθείες  ή  επίπεδες  επιφά-  Οικογ. Λέξ.: γωνιακός, γωνιαί-
                  [αρχ. γωνία]      νειες  που  έχουν  κοινή  κο-  ος,  γωνιώδης
                                    ρυφή: ►Οι  γωνίες ενός τριγώ-  Φράσεις.:  ►Οπτική  γωνία  (=
                                                                η  θέση  από  την  οποία  βλέπει
                                    νου μπορεί να είναι ορθές, οξείες  κανείς  τα  πράγματα)  ►Βάζω
                                    ή αμβλείες.                 κάποιον στη γωνία (= τον βάζω
                                    2.  σημείο  συνάντησης  δύο  στο περιθώριο)
                                    δρόμων,  στροφή:  ►Το  σχο-
                                    λείο  μας  βρίσκεται  στη  γωνία
                                    Κοραή και Σολωμού.



















































                                                     56





       10-0102-16,5X23,5.indd   56                                                   19/11/2015   2:09:22 µµ
   52   53   54   55   56   57   58   59   60   61   62