Page 58 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 58
δανείζω (μτβ.) δίνω χρήματα ή άλλα Οικογ. Λέξ.: δάνειο, δανεικός,
(Ρήμα, Ρ4) πράγματα με τη συμφωνία δανεισμός, δανειστής, δανειστι-
(ενεστ. δα-νεί-ζω, να μου επιστραφούν: κός
αόρ. δάνεισα, παθ. ►Δάνεισε το βιβλίο της Ιστορίας
αόρ. δανείστηκα,
παθ. μτχ. δανεισμέ- στον συμμαθητή του.
νος)
[αρχ. δανείζω <
δάνειον < δάνος (=
δώρο)]
δέηση (η) προσευχή που απευθύνεται Συνών: ικεσία
(Ουσιαστικό, Ο28) στον Θεό με συγκεκριμένη Οικογ. Λέξ.: δέομαι
(δέ-η-ση, γεν. -ης, παράκληση: ►Στον εορτασμό Προσδιορ.: κατανυκτική, επι-
-ήσεως, πληθ. -ήσεις, για την απελευθέρωση της πό- μνημόσυνη, εσπερινή
γεν. -ήσεων) λης έγινε επιμνημόσυνη δέη-
[αρχ. δέησις < δέω -
δέομαι (= έχω ανά- ση και κατάθεση στεφάνων στο
γκη, χρειάζομαι) μνημείο των πεσόντων.
δέχομαι 1. (μτβ.) παίρνω κάτι που Αντίθ.: αρνούμαι, απορρίπτω (2)
(Ρήμα, Ρ3) μου προσφέρουν: ►Δέχτηκε Συνών.: παραλαμβάνω (1), επι-
(ενεστ. δέ-χο-μαι, με χαρά τα δώρα που του έκαναν. δοκιμάζω, εγκρίνω (2), υπομέ-
παθ. αόρ. δέχτηκα 2. (μτβ.) παραδέχομαι, ανα- νω (3)
παθ. μτχ. ενεστ. δεχό- Σύνθ.: αποδέχομαι, παραδέχο-
μενος) γνωρίζω, συμφωνώ: μαι, καταδέχομαι, διαδέχομαι,
[αρχ. δέχομαι] ►Δέχομαι ότι έχεις δίκιο για το καλοδέχομαι
θέμα που συζητήσαμε. Οικογ. Λέξ.: δέκτης, δεκτός, δε-
κτικός, δεκτικότητα, δεξαμενή,
δεξίωση, δεξιότητα, δοχείο
57
10-0102-16,5X23,5.indd 57 19/11/2015 2:09:23 µµ

