Page 59 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 59
δήλωση
3. (μτβ.) ανέχομαι την άδικη
συμπεριφορά κάποιου: ►Δε
δέχομαι να μου μιλάς με τέτοιον
τρόπο.
4. (μτβ.) υποδέχομαι, φιλο-
ξενώ, επιτρέπω την είσοδο:
►Δέχτηκε με ευγένεια όλους
τους καλεσμένους του.
δήλωση (η) 1. το να γίνεται κάτι γνω- Συνών.: γνωστοποίηση (1)
(Ουσιαστικό, Ο28) στό, φανερό: ►Έκανε στο Σύνθ.: εκδήλωση, διαδήλωση
(δή-λω-ση, γεν. κοινό δηλώσεις στους δημοσι- Οικογ. Λέξ.: δηλώνω, δηλωμέ-
νος, δηλωτικός
-ης, -ώσεως, πληθ. ογράφους για την οικονομική Προσδιορ.: φορολογική, υπεύ-
-ώσεις, γεν. -ώσε- κατάσταση της χώρας θυνη (2)
ων) 2. επίσημη γραπτή ανακοί-
[αρχ. δήλωσις < νωση προς τις αρμόδιες αρ-
δηλῶ] χές: ►Κατέθεσε δήλωση στην
εφορία για τα εισοδήματά του.
δημοκρατία (η) πολίτευμα σύμφωνα με το Αντίθ.: μοναρχία, ολιγαρχία,
(Ουσιαστικό, Ο19) οποίο η εξουσία πηγάζει απολυταρχία, τυραννία, δικτα-
(δη-μο-κρα-τί-α) από τον λαό και ασκείται με τορία, φασισμός
[λόγ. < αρχ. δημο- βάση τη βούληση της πλει- Οικογ. Λέξ.: δημοκράτης, δη-
κρατία < δῆμος + οψηφίας: ►Η αρχαία Αθήνα μοκρατικός, δημοκρατικότητα
κρατῶ (= εξουσιά- είναι ο τόπος που γεννήθηκε η Φράσεις: ► Προεδρευομένη
ζω)] δημοκρατία. Κοινοβουλευτική Δημοκρατία
(= ο Πρόεδρος εκλέγεται από
τους βουλευτές και είναι ο ρυθ-
μιστής του πολιτεύματος)
►Άμεση δημοκρατία (= οι απο-
φάσεις λαμβάνονται απευθείας
από τους πολίτες, χωρίς τη με-
σολάβηση αντιπροσώπων)
διαίρεση (η) 1. ο χωρισμός σε μέρη: ►Η Συνών: διαχωρισμός, διαμελι-
(Ουσιαστικό, Ο28) διαίρεση της περιουσίας έγινε σε σμός (1)
(δι-αί-ρε-ση, γεν. όλα τα αδέρφια. Οικογ. Λέξ.: διαιρέτης, διαιρε-
-ης, -έσεως, πληθ. 2. (μαθημ.) μία από τις τέσ- τός, διαιρετέος, διαιρέσιμος
-έσεις, γεν. -έσεων) σερις πράξεις της αριθμη- Προσδιορ.: δεκαδική, τριαδική
[λόγ. < αρχ. διαίρε- τικής, με την οποία χωρί- (2), φυσική (1)
σις < διαιρῶ] ζουμε ένα ποσό σε ίσα μέρη: Φράσεις: ►Ατελής διαίρεση (=
►Το αποτέλεσμα της διαίρεσης αυτή που αφήνει υπόλοιπο)
ονομάζεται πηλίκο.
58
10-0102-16,5X23,5.indd 58 19/11/2015 2:09:23 µµ

