Page 100 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 100

κατάθεση

                 κάστρο (το)     πύργος  που έχτιζαν οι άν-  Συνών.: οχυρό
                (Ουσιαστικό, Ο32)  θρωποι  γύρω  από  τις  πό-  Σύνθ.: καστρόπορτα
               (κά-στρο)         λεις, για να προστατευτούν   Οικογ. Λέξ.: καστρί
               [μεσν.  κάστρον  <   από τους εχθρούς, φρούριο:   Προσδιορ.:  βυζαντινό,  ξακου-
               λατ. castrum]     ►Το  κάστρο  του  Μεσολογγίου   στό, φημισμένο, στοιχειωμένο
                                 ήταν  φημισμένο  κατά  την
                                 Επανάσταση του 1821.


                καταγωγή (η)     1.  η  αρχή  του  γένους  κά-  Συνών.:  γενιά,  γενεαλογία  (1),
                (Ουσιαστικό, Ο24)  ποιου, το σόι, η προέλευση,  εθνικότητα (2)
               (κα-τα-γω-γή, γεν.  η ρίζα: ►Η καταγωγή πολλών   Οικογ. Λέξ.: κατάγομαι
                -ής, πληθ. - )   ευεργετών του ελληνικού έθνους   Προσδιορ.: λαϊκή,  κοινή (1)
               [λόγ.  <  αρχ.  κατα-  είναι από την Ήπειρο.  Φράσεις: ►Έλκω την καταγωγή
               γωγὴ < κατάγομαι)  2. ο τόπος απ’ όπου κατάγε-  μου (= κατάγομαι)
                                 ται κάποιος ή η εθνικότητα
                                 στην  οποία  ανήκει:  ►Είναι
                                 ελληνικής  καταγωγής  και  ζει
                                 στην Αυστραλία.


                καταδίωξη (η)    το  κυνηγητό  κάποιου  με  Συνών: κατατρεγμός
                (Ουσιαστικό, Ο28)  σκοπό να τον συλλάβει  ή να  Οικογ. Λέξ.: καταδιώκω, κατα-
               (κα-τα-δί-ω-ξη,  γεν.  του κάνει κακό: ►Οι αστυνο-  διωκτικός
               -ης, πληθ.  -ώξεις)  μικοί ύστερα από καταδίωξη συ-  Προσδιορ.: αδιάκοπη, στρατιω-
               [λόγ.  <  αρχ.  κατα-  νέλαβαν τους ληστές.   τική
               δίωξις  <  καταδιώ-
               κω]


                κατάθεση (η)     1.  τοποθέτηση  στο  έδαφος:  Αντίθ.: ανάληψη (2)
               (Ουσιαστικό, Ο28)  ►Η  κατάθεση  στεφάνου  έγινε  Σύνθ.: συγκατάθεση
               (κα-τά-θε-ση, γεν.   στο ηρώο της πόλης.      Οικογ. Λέξ.: καταθέτω, καταθέ-
               -ης, πληθ. -έσεις)  2. παράδοση χρημάτων στην   της
               [λόγ. < ελνστ.    Τράπεζα ή στο Ταμιευτήριο   Προσδιορ.:  ένορκη,    επιβαρυ-
               κατάθεσις < αρχ.   για φύλαξη ή δανεισμό: ►Το   ντική  (3),  προθεσμιακή  (2),  δη-
               κατατίθημι < κατὰ                             μόσια (1, 3)
               + τίθημι]         σχολείο  έκανε  κατάθεση  ενός
                                 χρηματικού ποσού στην Τράπεζα
                                 για τα παιδιά της Αφρικής.
                                 3. μαρτυρία κάποιου στο δι-
                                 καστήριο ή στον ανακριτή:
                                 ►Η  ψευδής  κατάθεση  τιμωρεί-
                                 ται από τον νόμο.





                                                  99





       10-0102-16,5X23,5.indd   99                                                   19/11/2015   2:09:27 µµ
   95   96   97   98   99   100   101   102   103   104   105