Page 99 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 99

καλύπτω

                     καλύπτω        1.  (μτβ.)  σκεπάζω  κάτι  με  Αντίθ.:  αποκαλύπτω,  ξεσκεπά-
                      (Ρήμα, Ρ2)    κάτι άλλο: ►Κάλυψε το σώμα   ζω, φανερώνω (1)
                  (ενεστ. κα-λύ-πτω,   του μωρού με μια μάλλινη κου-  Σύνθ.:  ανακαλύπτω,  συγκαλύ-
                  αόρ. κάλυψα, παθ.   βέρτα.                    πτω, επικαλύπτω, αποκαλύπτω,
                  αόρ. καλύφθηκα,   2.  (μτβ.)  συγκαλύπτω,  απο-  υπερκαλύπτω
                  παθ. μτχ. καλυμμέ-                            Οικογ. Λέξ.: κάλυμμα,  κάλυψη
                  νος)              κρύπτω κάτι: ►Δεν μπόρεσαν
                  [αρχ. καλύπτω]    να καλύψουν τα ίχνη που άφη-
                                    σαν στο έδαφος.
                                    3. (μτβ.) (μτφ.) προστατεύω,
                                    δικαιολογώ:  ►Ο  διευθυντής
                                    κάλυψε τους υπαλλήλους για το
                                    λάθος που έγινε.
                                    4.  (μτβ.)  διανύω  μια  από-
                                    σταση: ►Το τρένο καλύπτει τη
                                    διαδρομή  Αθήνα-Θεσσαλονίκη
                                    σε πέντε ώρες.



                    κάμπος (ο)      πεδιάδα:  ►Από  το  ύψωμα  Σύνθ.:   ξερόκαμπος,   Αχλα-
                   (Ουσιαστικό, Ο14)  έβλεπες  να  απλώνεται  μπροστά   δόκαμπος
                  (κά-μπος)         σου ο καταπράσινος κάμπος.  Προσδιορ.: ανθόσπαρ τος, εύφο-
                  [μεσν. κάμπος <                               ρος, άγονος
                  λατ. campus]



                    καρπός (ο)      1. το προϊόν ενός φυτού, το  Σύνθ.:  καρποφόρος,  καρποφο-
                   (Ουσιαστικό, Ο13)  φρούτο:  ►Από τον καρπό της   ρία,  περικάρπιο,  άκαρπος,  πο-
                  (καρ-πός)         ελιάς παίρνουμε το λάδι.    λυκαρπία
                  [αρχ. καρπὸς]     2. (μτφ.) το προϊόν μιας αν-  Οικογ.  Λέξ.:  καρπερός,  καρπί-
                                    θρώπινης  δραστηριότητας:   ζω, κάρπισμα
                                                                Προσδιορ.: άγουρος, θρεπτικός,
                                    ►Απολαμβάνει  τους  καρπούς   μεστωμένος, εδώδιμος (= φαγώ-
                                    του μόχθου του.             σιμος) (1)
                                    3. (ανατομ.) το τμήμα του χε-
                                    ριού ανάμεσα στην παλάμη
                                    και τον βραχίονα: ►Χτύπησε
                                    στον  καρπό  του  δεξιού  χεριού
                                    του.












                                                     98





       10-0102-16,5X23,5.indd   98                                                   19/11/2015   2:09:27 µµ
   94   95   96   97   98   99   100   101   102   103   104