Page 105 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 105

κερδίζω

                                    οποίο  υπάρχει  αρνητικό  Συνών: αστροπελέκι (1)
                                    ηλεκτρικό  φορτίο:  ►Η  φω-  Σύνθ.:  αλεξικέραυνο,  κεραυνο-
                                    τιά στο δάσος προκλήθηκε  από   βόλος
                                    έναν κεραυνό.               Φράσεις: ►Κεραυνός εν αιθρία
                                    2. (μτφ.) για κάτι δυσάρεστο   (= για κάτι  ξαφνικό ή εντυπω-
                                                                σιακό)
                                    ή  εντυπωσιακό  που  συνέ-
                                    βη  ξαφνικά:  ►Η  είδηση  του
                                    θανάτου  του  ποιητή  έπεσε  σαν
                                    κεραυνός.


                     κερδίζω        1.  (μτβ.)  αποκτώ  χρήματα   Αντίθ.: χάνω
                     (Ρήμα, Ρ4)     από  εργασία  ή  από  τύχη:   Συνών:  εισπράττω,  ωφελούμαι
                  (ενεστ.   κερ-δί-ζω,   ►Πόσα  κερδίζεις  τον  μήνα;   (1, 2)
                  αόρ.  κέρδισα,  παθ.   ►Κέρδισε στο λαχείο τον πρώτο   Σύνθ.:  κερδοφόρος,  κερδοφο-
                  μτχ. κερδισμένος)  αριθμό.                    ρία, κερδοσκόπος, κερδοσκοπία
                  [μτγν.  κερδίζω  <   2.  (μτβ.)  έχω  όφελος  από   Οικογ. Λέξ.: κέρδος
                  αρχ. κερδαίνω]                                Φράσεις:  ►Κερδίζω  έδαφος  (=
                                    κάτι:  ►Κέρδισε δόξα και τιμές    είμαι κοντά στο να επικρατήσω)
                                    από την επιστήμη του.
                                    3. (μτβ.) αναδεικνύομαι κα-
                                    λύτερος,  νικώ:  ►Κέρδισε  το
                                    πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ κι-
                                    νηματογράφου.



                    κεφάλι (τo)     1.  το  πάνω  μέρος  του  σώ-  Σύνθ.:  κεφαλόβρυσο,  κεφαλό-
                   (Ουσιαστικό, Ο36)  ματος  των  ανθρώπων  ή  το   σκαλο,  κεφαλοτύρι,  κεφαλοχώ-
                  (κε-φά-λι)        μπροστινό μέρος των ζώων:   ρι,  σιδηροκέφαλος,  πονοκέφα-
                  [μτγν.  κεφάλιον  <   ►Κούνησε το κεφάλι του, συμ-  λος
                  υποκορ.  αρχ.  κε-  φωνώντας με αυτά που άκουσε.  Οικογ.  Λέξ.:  κεφαλικός,  κεφα-
                  φα-λὴ]            2. (μτφ.) ό,τι μοιάζει με κε-  λιά,  κεφάλαιο,  κεφαλαίος,  κε-
                                    φάλι,  κυρίως  στο  σχήμα:   φαλαιώδης
                                                                Προσδιορ.: αγύριστο, τετράγω-
                                    ►Αγόρασα πέντε κεφάλια σκόρ-  νο  (1)
                                    δα.                         Φράσεις:  ►Χτυπάω  το  κεφάλι
                                    3.  (μτφ.)  άνθρωπος  πολύ  μου  στον  τοίχο  (=  μετανιώνω)
                                    μορφωμένος:     ►Θεωρείται   ►Δε  σηκώνω  κεφάλι  (=  εργά-
                                    μεγάλο κεφάλι στην ιατρική επι-  ζομαι σκληρά) ►Παίρνω κεφά-
                                    στήμη.                      λι  (=  αρχίζω  να  προηγούμαι)
                                                                ►Περπατάω με το κεφάλι ψηλά
                                                                (= αισθάνομαι υπερήφανος για
                                                                την τιμή και την υπόληψή μου)
                                                                ►Αγύριστο κεφάλι (= αμετάπει-
                                                                στος)






                                                    104





       10-0102-16,5X23,5.indd   104                                                  19/11/2015   2:09:28 µµ
   100   101   102   103   104   105   106   107   108   109   110