Page 95 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 95

ισχυρός

                   ισχυρός -ή, -ό   1.  ακλόνητος,  ανθεκτικός:  Αντίθ.: ανίσχυρος (1, 2, 3),  ασθε-
                  (Επίθετο, Ε1, έμψυχα   ►Οι  δυο  ομάδες  είχαν  ισχυρές  νής (1, 2)
                  και άψυχα)        άμυνες  και  γι’  αυτό  ο  αγώνας   Συνών: δυνατός,   ρωμαλέος (1)
                  (ι-σχυ-ρός)       έληξε ισόπαλος.             Σύνθ.:  ισχυρογνώμονας,  ισχυ-
                  [αρχ. ἰσχυρὸς <   2.  σφοδρός, μεγάλος:  ►Στο   ροποιώ, ανίσχυρος, πανίσχυρος
                  ἰσχὺς]            Αιγαίο  θα  πνέουν  ισχυροί  άνε-  Οικογ. Λέξ.: ισχύς, ισχύω, ισχυ-
                                                                ρά (επίρρ.), ισχυρίζομαι, ισχυρι-
                                    μοι.                        σμός
                                    3.  αυτός  που  έχει  μεγάλη   Προσδιοριζ:  αντίπαλος,  οργα-
                                    πολιτική δύναμη ή επιρροή,  νισμός,  επιχείρημα  (1),  κράτος
                                    καθώς  και  τη  δυνατότητα  (3)
                                    να επιβάλλει τη θέλησή του:   Φράσεις: ►Το δίκαιο του ισχυ-
                                    ►Κέρδισε εύκολα τις εκλογές και   ροτέρου (= όταν ο δυνατός επι-
                                    σχημάτισε μια ισχυρή κυβέρνη-  βάλλει τη θέλησή του στους πιο
                                    ση.                         αδυνάτους)
                       ίσως         υπάρχει  περίπτωση  να  …,  Αντίθ.: σίγουρα, οπωσδήποτε
                      (Επίρρημα)    είναι  πιθανό  να  …:  ►Ίσως   Συνών: ενδεχομένως, μπορεί να
                            (ί-σως)  θα έρθω αύριο να σε δω.    …
                  [αρχ. ἴσως]
                     ίχνος (το)     1.  αποτύπωμα  ποδιού  αν-  Συνών:  πατημασιά,    (α)χνάρι
                   (Ουσιαστικό, Ο37)  θρώπου  ή  ζώου  πάνω  στο  (1), υπόλειμμα, απομεινάρι (2)
                  (ί-χνος, γεν. -ους,   έδαφος:  ►Οι  κυνηγοί  εντόπι-  Σύνθ.:  ιχνηλάτης,  ιχνηλατώ,
                  πληθ. -η)         σαν το θήραμα από τα ίχνη που   ιχνηλασία,  ιχνογραφώ,  ιχνο-
                  [αρχ. ἴχνος]      άφησε στο χιόνι.            γραφία
                                    2.  οτιδήποτε  απομένει  από   Προσδιορ.:  δυσδιάκριτο,  πρό-
                                                                σφατο (1, 2)
                                    κάτι  που  προηγήθηκε:  ►Οι   Φράσεις:  ►Βαδίζω  στα  ίχνη
                                    ανασκαφές  ανέδειξαν  τα  ίχνη  κάποιου  (=  ακολουθώ  την  ίδια
                                    ενός αρχαίου πολιτισμού.    πορεία, μτφ. μιμούμαι)  ►Χάνω
                                    3.  ελάχιστη  ποσότητα:  ►Η  τα ίχνη κάποιου (= δεν ξέρω πού
                                    ιατρική εξέταση έδειξε ίχνη από   βρίσκεται ή τι κάνει) ►Δεν έχει
                                    σάκχαρο στο αίμα.           ίχνος  ντροπής  (=  είναι  αδιά-
                                                                ντροπος)






















                                                     94





       10-0102-16,5X23,5.indd   94                                                   19/11/2015   2:09:27 µµ
   90   91   92   93   94   95   96   97   98   99   100