Page 96 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 96
καθαρός, -ή, -ό 1. απαλλαγμένος από βρο- Αντίθ.: ακάθαρτος, βρόμικος,
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα μιές, αλέρωτος: ►Όλοι πρέπει λερωμένος (1)
και άψυχα) να διατηρούμε τις ακτές καθαρές. Συνών.: καθάριος (1), αγνός (2,
(κα-θα-ρός) 2. ανόθευτος, που δεν περιέ- 4), ανέφελος (3), αναμάρτητος
[αρχ. καθαρὸς] χει ξένες ουσίες: ►Το δαχτυ- (4)
λίδι που φορά είναι από καθαρό Σύνθ.: ξεκάθαρος, πεντακάθα-
ρος, ολοκάθαρος, καθαρόαιμος
χρυσάφι. Οικογ. Λέξ.: καθαρά (επίρρ.),
3. αίθριος, ασυννέφιαστος: καθαρίζω, κάθαρση, καθαρότη-
►Σήμερα ο ουρανός είναι καθα- τα, καθαριότητα
ρός. Φράσεις: ►Καθαρά χέρια (=
4. αυτός που δεν κάνει ή δεν ευθύνομαι για ανέντιμη
δε σκέφτεται κακό: ►Είναι πράξη)
ένας αγνός άνθρωπος με καθαρή Παροιμ.: ►Καθαρός ουρανός
ψυχή. αστραπές δε φοβάται
καθεστώς (το) ο τρόπος με τον οποίο κυ- Οικογ. Λέξ.: καθεστωτικός
(Ουσιαστιακοπ. Μτχ.) βερνάται ένα κράτος ή είναι Προσδιορ.: κοινοβουλευτικό,
(κα-θε-στώς, γεν. οργανωμένη μια κοινωνία: αυταρχικό, συνταγματικό, φε-
-ώτος, πληθ. -ώτα] ►Αυτή η χώρα έχει δημοκρατι- ουδαρχικό, αστικό, φιλελεύθε-
[μτγν. καθεστὼς < κό καθεστώς. ρο, σοσιαλιστικό
αρχ. καθίστημι]
κάθετος, -η, -ο 1. που έχει διεύθυνση κατα- Αντίθ.: οριζόντιος (1)
(Επίθετο, Ε2, άψυχα ) κόρυφη προς την επιφάνεια Σύνθ.: καθετόμετρο
(κά-θε-τος) της γης: ►Η εστία του τερμα- Οικογ. Λέξ.: κάθετα (επίρρ.), κα-
[αρχ. κάθετος] τοφύλακα έχει ένα οριζόντιο και θέτως (επίρρ.)
δύο κάθετα δοκάρια.
95
10-0102-16,5X23,5.indd 95 19/11/2015 2:09:27 µµ

