Page 104 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 104
κεραυνός
-ώματα) Προσδιορ.: μυθικό, ηρωικό, έν-
[αρχ. κατόρθωμα < δοξο, απίστευτο
κατορθόω -ῶ]
κειμήλιο (το) κάθε παλιό αντικείμενο που Συνών: ενθύμιο
(Ουσιαστικό, Ο34) θεωρείται πολύτιμο: ►Αυτό Προσδιορ.: ιερό, γραπτό, ιστο-
(κει-μή-λι-ο, γεν. το βιβλίο είναι ένα οικογενεια- ρικό, πολύτιμο, οικογενειακό
-ίου, πληθ. -α) κό κειμήλιο.
[αρχ. κειμήλιον <
κεῖμαι (= βρίσκο-
μαι)]
κενός -ή, -ό 1. που δεν περιέχει τίποτα: Αντίθ.: γεμάτος, πλήρης (1)
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα ►Οι αίθουσες του σχολείου εί- Συνών: άδειος, αδειανός (1)
και άψυχα) ναι κενές από μαθητές την ώρα Σύνθ.: κενοτάφιο, κενολογία
(κε-νός) του διαλείμματος. Οικογ. Λέξ.: κενότητα
[αρχ. κενὸς] 2. (μτφ.) που δεν μπορεί να Φράσεις: ►Η πρότασή του έπε-
εκπληρωθεί, μάταιος: Όσα σε στο κενό (= δεν έγινε αποδε-
κτή)
μας είπε αποδείχτηκαν κενές
υποσχέσεις.
κέντρο (το) 1. το σημείο που βρίσκεται Αντίθ.: άκρο (1)
(Ουσιαστικό, Ο32) στη μέση ενός χώρου ή ενός Συνών: μέσον (1)
(κέ-ντρο) πράγματος: ►Έδωσαν ραντε- Σύνθ.: απόκεντρος, κεντρομό-
[αρχ. κέντρον (= βού στο κέντρο της πλατείας. λος, φυγόκεντρος, έκκεντρος
αιχμή, αγκάθι) < 2. (μτφ.) το μέρος με τη με- Οικογ. Λέξ.: κεντρί, κεντρίζω,
κεντῶ] γαλύτερη κίνηση ή δρα- κεντρικός, κεντράρισμα, κε-
στηριότητα: ►Η Πάτρα είναι ντρώος
Προσδιορ.: αστικό, εκλογικό,
το βιομηχανικό κέντρο της νυχτερινό, εμπορικό, επιστημο-
Πελοποννήσου. νικό, τηλεφωνικό, τουριστικό
3. (μαθημ.) το εσωτερικό (2)
σημείο που απέχει εξίσου Φράσεις: ►Εξεταστικό κέντρο
απ’ όλα τα σημεία της περι- (= σχολείο ή άλλο κτίριο στο
φέρειας ενός κύκλου ή της οποίο διεξάγονται εξετάσεις)
επιφάνειας μιας σφαίρας:
► Σημάδεψα με το βελάκι το
κέντρο του κύκλου, αλλά δεν το
πέτυχα.
κεραυνός (o) 1. ηλεκτρική εκκένω-
(Ουσιαστικό, Ο13) ση από τα σύννεφα που
(κε-ραυ-νός) φέρνουν θετικό ηλεκτρι-
[αρχ. κεραυνὸς] σμό προς το έδαφος, στο
103
10-0102-16,5X23,5.indd 103 19/11/2015 2:09:28 µµ

