Page 101 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 101
κατακτώ
κατακτώ και 1. (μτβ.) καταλαμβάνω κάτι Συνών.: υποτάσσω (1), αποκτώ
καταχτώ με πόλεμο, κυριεύω: ►Οι (2)
Οικογ. Λέξ.: κατάκτηση, κατα-
(Ρήμα, Ρ5) Πέρσες κατέκτησαν στην αρχαι- κτητής, κατακτητικός
(ενεστ. κα-τα-κτώ, ότητα πολλές γειτονικές επαρ-
αόρ. κατάκτησα, χίες.
κατέκτησα, παθ. αόρ. 2. (μτβ.) πετυχαίνω κάτι
κατακτήθηκα, παθ. ύστερα από προσπάθεια
μτχ. κατακτημένος) ή με τις ικανότητές μου:
[αρχ. κατακτῶμαι ►Οι Έλληνες αθλητές κατέ-
< κατά + κτῶμαι (= κτησαν αρκετά μετάλλια στους
αποκτώ, κατέχω)]
Ολυμπιακούς αγώνες.
καταλήγω 1. (αμτβ.) φτάνω στο τέλος: Συνών.: εκβάλλω (1)
(Ρήμα) ►Ο ποταμός καταλήγει στη θά- Οικογ. Λέξ.: κατάληξη, καταλη-
(ενεστ. κα-τα-λή-γω, λασσα. κτικός
αόρ. κατέληξα) 2. (μτβ.) (μτφ.) οδηγούμαι,
[αρχ. καταλήγω] φτάνω σε συμπέρασμα: ►Η
συζήτηση κατέληξε σε συμφω-
νία.
3. (μτβ.) καταντώ: ►Είχε τόσα
πολλά χρέη ώστε κατέληξε να
χάσει το σπίτι του.
κατανάλωση το να χρησιμοποιεί και να Αντίθ.: εξοικονόμηση
(η) ξοδεύει κανείς κάτι, για να Συνών.: ξόδεμα
(Ουσιαστικό, Ο28) ικανοποιήσει τις βιοτικές Σύνθ.: υπερκατανάλωση
(κα-τα-νά-λω-ση, του ανάγκες: ►Αυτό τον μήνα Οικογ. Λέξ.: καταναλώνω, κα-
γεν. -ης, -ώσεως, έκανε μεγαλύτερη κατανάλωση ταναλωτής, καταναλώσιμος,
πληθ. -ώσεις) χρημάτων για την αγορά τροφί- καταναλωτικός
[μτγν. κατανάλω- μων από εκείνη που είχε υπολο- Προσδιορ.: εσωτερική, ευρεία
σις < καταναλίσκω γίσει. Φράσεις: ►Φόρος κατανάλω-
σης (= φόρος που συμπεριλαμ-
βάνεται στην τιμή πώλησης ενός
προϊόντος)
καταπληκτι- αυτός που προκαλεί μεγάλη Συνών.: εκπληκτικός, εντυπω-
κός, -ή, -ό εντύπωση και θαυμασμό: σιακός
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα ►Το σπίτι του έχει καταπληκτι- Οικογ. Λέξ.: κατάπληκτος, κα-
και άψυχα) κή θέα προς τη μεριά της θάλασ- ταπληκτικά (επίρρ.), καταπλήσ-
(κα-τα-πλη-κτι-κός) σας. σω, κατάπληξη
[μτγν. καταπλη- Προσδιοριζ.: χαρακτήρας, τα-
κτικὸς < κατα- λέντο, ομοιότητα, μουσική, εμ-
πλήσσω] φάνιση
100
10-0102-16,5X23,5.indd 100 19/11/2015 2:09:27 µµ

