Page 102 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 102
κατεβαίνω
κατασκευάζω 1. (μτβ.) φτιάχνω κάτι με Συνών.: κάνω, παρασκευάζω
(Ρήμα, Ρ4) υλικά και τεχνικά μέσα: (1), μηχανεύομαι, πλάθω (2)
(ενεστ. κα-τα-σκευ- ►Οι μηχανικοί κατασκευάζουν Σύνθ.: προκατασκευάζω
ά-ζω, αόρ. κατα- διάφορα δημόσια έργα. Οικογ. Λέξ.: κατασκευαστής,
σκεύασα, παθ. αόρ. 2. (μτβ.) (μτφ.) δημιουργώ κατασκευαστικός, κατασκεύα-
κατασκευάστηκα, κάτι στο μυαλό μου, επι- σμα
παθ. μτχ. κατασκευ-
ασμένος) νοώ: ►Κατασκεύασε μια κατη-
[αρχ. κατασκευ- γορία, για να τον ενοχοποιήσει.
άζω]
κατάσταση (η) 1. το πώς βρίσκεται κάποιος Συνών.: λίστα (2)
(Ουσιαστικό, Ο28) ή κάτι σε μια ορισμένη στιγ- Οικογ. Λέξ.: καταστατικό, κα-
(κα-τά-στα-ση, γεν. μή: ►Το σπίτι μου, αν και εί- ταστατικός
-ης, -άσεως, πληθ. ναι αρκετά παλιό, βρίσκεται σε Προσδιορ.: αφόρητη, κοινω-
-άσεις) καλή κατάσταση. νική, οικονομική, δραματική,
[αρχ. κατάστασις < 2. κατάλογος ή πίνακας πρωτοφανής, χαώδης, διεθνής,
καθίστημι < κατὰ + στερεή, υγρή (1), οικογενειακή
ἵστημι] με ονόματα προσώπων ή (1, 2)
πραγμάτων: ►Παραδόθηκε η Φράσεις: ►Παίρνω την κατά-
κατάσταση με τα ονόματα των σταση στα χέρια μου (= αναλαμ-
μαθητών που θα πάρουν μέρος βάνω την ευθύνη των εξελίξεων)
στην εκδρομή.
καταστρέφω 1. (μτβ.) προξενώ σε κά- Αντίθ.: σώζω, διασώζω, περισώ-
(Ρήμα, Ρ2) ποιον ή σε κάτι μεγάλη φθο- ζω (1)
(ενεστ. κα-τα-στρέ- ρά: ►Το χαλάζι κατέστρεψε τα Συνών.: αφανίζω, εξολοθρεύω,
φω, αόρ. κατέστρε- σταφύλια. εξοντώνω (1), διαφθείρω (2),
ψα, κατάστρεψα, 2. (μτβ.) (μτφ.) οδηγώ κά- χρεοκοπώ (3)
παθ. αόρ. καταστρά- Οικογ. Λέξ.: καταστροφή, κα-
φηκα, παθ. μτχ. κα- ποιον ή κάτι σε άσχημη ταστροφέας, καταστροφικός,
τεστραμμένος και κατάσταση, φθείρω ηθικά: καταστρεπτικός
καταστραμμένος) ►Τον κατέστρεψαν οι κακές πα-
[αρχ. καταστρέφω] ρέες.
3. (αμτβ.) (παθ.) χάνω
την περιουσία μου:
►Στενοχωρήθηκα πολύ, όταν
έμαθα ότι καταστράφηκε οικο-
νομικά.
κατεβαίνω 1. (αμτβ.) μετακινούμαι από Αντίθ.: ανεβαίνω (1, 2, 3), αυξά-
(Ρήμα, Ρ2) ψηλότερο σε χαμηλότερο νομαι (2), επιβιβάζομαι (3)
(κα-τε-βαί-νω, αόρ. μέρος: ►Οι βοσκοί κατεβαί- Συνών.: κατέρχομαι (1), υποχω-
κατέβηκα, παθ. μτχ. νουν με τα κοπάδια τους κάθε ρώ (2)
κατεβασμένος) φθινόπωρο από τα ορεινά στα Σύνθ.: ανεβοκατεβαίνω, ξανα-
[μεσν. κατεβαίνω < πεδινά. κατεβαίνω
αρχ. καταβαίνω]
101
10-0102-16,5X23,5.indd 101 19/11/2015 2:09:28 µµ

