Page 97 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 97
καθήκον
2. (γεωμ.) η ευθεία που τέ-
μνει άλλη ευθεία ή επίπεδο
κατακόρυφα, σχηματίζο-
ντας ορθή γωνία: ►Η οδός
Καποδί στρια είναι κάθετη στην
οδό Δωδώνης.
καθήκον (το) 1. ό,τι επιβάλλεται να κά- Συνών.: επιταγή (1)
(Ουσιαστικό, Ο45) νουμε σύμφωνα με τον ηθι- Σύνθ.: καθηκοντολογία
(κα-θή-κον, γεν. κό νόμο, το χρέος: ►Είναι Προσδιορ.: ιερό (1), συνταγμα-
-οντος, πληθ. -α) γενικό καθήκον να βοηθάμε τα τικό (2), συζυγικό, αυτονόητο
[αρχ. καθῆκον < ηλικιωμένα άτομα. (1, 2)
καθήκω (= αρμό- 2. ό,τι επιβάλλεται από τους
ζω)]
νόμους του κράτους, η υπο-
χρέωση του πολίτη: ►Είναι
καθήκον προς την πατρίδα να
υπηρετούμε στον στρατό.
κάθομαι 1. (αμτβ.) βρίσκομαι πάνω Αντίθ.: στέκομαι
(Ρήμα) σε κάθισμα ή σε οποιαδή- Συνών.: διαμένω (2)
(ενεστ. κά-θο-μαι, ποτε άλλη θέση μπορώ να Σύνθ.: στρογγυλοκάθομαι
αόρ. κάθισα και στηριχτώ: ►Οι μαθητές κάθι- Φράσεις: ►Κάθομαι σ’ αναμ-
έκατσα, παθ. μτχ. σαν στις θέσεις τους και αμέσως μένα κάρβουνα (= ανησυχώ)
καθισμένος) ►Κάθομαι με σταυρωμένα
άρχισε το μάθημα. χέρια (= δεν κάνω τίποτα)
2. (αμτβ.) κατοικώ, μένω: ►Κάθομαι στ’ αυγά μου (= δεν
►Κάθεται στην ίδια γειτονιά ανακατεύομαι σε ξένες υποθέ-
εδώ και πολλά χρόνια. σεις) ►Μου κάθεται στο στομά-
3. (αμτβ.) δεν εργάζομαι, χι (= μου είναι αντιπαθής)
μένω αδρανής: ►Πήρε σύ-
νταξη από τη δουλειά του και
τώρα κάθεται.
4. (αμτβ.) υπομένω, ανέχο-
μαι: ►Γιατί κάθεσαι και τον
ακούς, αφού σου μιλάει με τόσο
άσχημο τρόπο;
καθυστερώ 1. (μτβ.) κάνω κάποιον να Οικογ. Λέξ.: καθυστέρηση, κα-
(Ρήμα, Ρ6) αργοπορήσει, να χάσει χρό- θυστερημένα (επίρρ.)
(ενεστ. κα-θυ-στε- νο: ►Το χιόνι τον καθυστέρησε
ρώ, αόρ. καθυστέρη- να φτάσει γρήγορα στη δουλειά
σα, παθ. αόρ. καθυ- του.
στερήθηκα, παθ. μτχ.
καθυστερημένος) 2. (μτβ.) δε δίνω έγκαιρα τα
[αρχ. καθυστερῶ] οφειλόμενα: ►Μερικές φορές
καθυστερεί να πληρώσει τα κοι-
νόχρηστα.
96
10-0102-16,5X23,5.indd 96 19/11/2015 2:09:27 µµ

