Page 103 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 103
κατεύθυνση
2. (αμτβ.) μειώνομαι, ελατ- Οικογ. Λέξ.: κατάβαση, κατεβα-
τώνομαι: ►Το καλοκαίρι κατε- τό (το), κατέβασμα, ακατέβατα
βαίνει, συνήθως, η στάθμη του (επίρρ.)
νερού της λίμνης. Φράσεις: ►Μου κατέβηκε να
3. (αμτβ.) αποβιβάζομαι από … (= μου ήρθε ξαφνικά μια ιδέα
να …) ►Λέει ό,τι του κατέβει (=
μεταφορικό μέσο: ►Όλοι οι ό,τι του έρθει στο μυαλό)
επιβάτες κατέβηκαν από το λε-
ωφορείο στον κεντρικό σταθμό
της πόλης.
κατεύθυνση (η) 1. η πορεία προς την οποία Συνών.: φορά, ρότα (1)
(Ουσιαστικό, Ο28) κινείται κάποιος ή κάτι: Οικογ. Λέξ.: κατευθύνω, κατευ-
(κα-τεύ-θυ-νση, γεν. ►Το καράβι κινείται με κατεύ- θυντήριος
-ης, -ύνσεως, πληθ. θυνση προς τον νότο. Προσδιορ.: άγνωστη (1), πολιτι-
-ύνσεις) 2. (μτφ.) ο στόχος που επι- κή, ιδεολογική, θεωρητική, πρα-
[αρχ. κατεύθυνσις διώκουμε, ο σκοπός: ►Η κτική, παιδαγωγική (2)
< κατευθύνω] ανθρωπότητα πρέπει να κινείται
πάντοτε προς την κατεύθυνση
της παγκόσμιας ειρήνης.
κατηγορώ 1. (μτβ.) αποδίδω ενοχή σε Αντίθ.: υπερασπίζομαι, συνηγο-
(Ρήμα, Ρ7) κάποιον για κάτι: ►Τον κα- ρώ (1)
(ενεστ. κα-τη-γο-ρώ, τηγόρησαν ότι δεν είπε την αλή- Συνών.: ενοχοποιώ, καταγγέλ-
αόρ. κατηγόρησα, θεια. ►Με κατηγόρησε στους λω (1), μηνύω, ασκώ δίωξη (2)
παθ. αόρ. κατηγορή- συμμαθητές του. Οικογ. Λέξ.: κατήγορος, κατη-
θηκα, παθ. μτχ. κα- 2. (μτβ.) διώκω κάποιον δι- γορία, κατηγορούμενος, κατη-
τηγορημένος) καστικά για αξιόποινη πρά- γορητήριο
[αρχ. κατηγορῶ]
ξη: ►Κατηγορείται για κλοπή.
κατοικώ (αμτβ.) διαμένω σε κάποιον Συνών.: μένω, κάθομαι
(Ρήμα, Ρ7) τόπο: ►Κατοικώ εδώ και πολλά Σύνθ.: συγκατοικώ
(ενεστ. κα-τοι-κώ, χρόνια στην Κέρκυρα. Οικογ. Λέξ.: κάτοικος, κατοι-
αόρ. κατοίκησα, παθ. κία, κατοίκηση, κατοικήσιμος,
αόρ. κατοικήθηκα, κατοικίδιος
παθ. μτχ. κατοικη-
μένος)
[αρχ. κατοικῶ <
κάτοικος < κατὰ +
οἶκος]
κατόρθωμα (το) εξαιρετική επιτυχία, γεν- Συνών.: επίτευγμα, άθλος, αν-
(Oυσιαστικό, Ο40) ναία πράξη: ►Τα δημοτικά δραγάθημα
(κα-τόρ-θω-μα, γεν. τραγούδια υμνούν τα κατορθώ- Οικογ. Λέξ.: κατορθώνω, κα-
-ώματος, πληθ. ματα των κλεφτών. τορθωτός
102
10-0102-16,5X23,5.indd 102 19/11/2015 2:09:28 µµ

