Page 98 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 98

καλλιεργώ

                  καιρός (ο)     1.  μετεωρολογικές  συνθή-  Σύνθ.:  καιροσκόπος,  καιροφυ-
                (Ουσιαστικό, Ο13)  κες  που  επικρατούν  σε  δε-  λακτώ,  άκαιρος,  πρόσκαιρος,
               (και-ρός,  γεν.  -ού,  δομένη  στιγμή  και  σε  συ-  επίκαιρος
               πληθ. -οί)        γκεκριμένη  περιοχή:  ►Στη   Οικογ. Λέξ.: καιρικός
               [αρχ. καιρὸς]     βορειοανατολική  Ελλάδα  ο  και-  Προσδιορ.:  ανοιξιάτικος,  απει-
                                 ρός  είναι  σήμερα αίθριος.  λητικός, άστατος (1)
                                                             Φράσεις:  ►Παντός  καιρού  (=
                                 2.   κατάλληλη   ευκαιρία:   κατάλληλος  για  όλες  τις  και-
                                 ►Τώρα είναι ο κατάλληλος και-  ρικές  συνθήκες)  ►Του  καλού
                                 ρός, για να κάνουμε  τις καλοκαι-  καιρού  (=  υπερβολικά)  ►Απ’
                                 ρινές διακοπές μας.         τον καιρό του Νώε (= από πολύ
                                 3.   χρονικό    διάστημα:  παλιά) ►Μια φορά κι έναν και-
                                 ►Πέρασε πολύς καιρός από τότε   ρό (= κάποτε)  ►Έχει ο καιρός
                                 που τον είδα για τελευταία φορά.  γυρίσματα (= για να δηλώσου-
                                 4. διαθέσιμος χρόνος:  ►Δεν   με  απρόβλεπτες  μεταβολές  που
                                 έχω καθόλου καιρό, για να επι-  μπορεί να συμβούν)
                                 σκεφτώ  την  ιδιαίτερη  πατρίδα   Παροιμ.:   ►Κάθε   πράγμα
                                                             στον καιρό του κι ο κολιός τον
                                 μου.                        Αύγουστο



                    καίω         1.   (μτβ.)  βάζω    φωτιά  σε  Συνών.:  καταναλώνω (2)
                    (Ρήμα)       κάτι,  καταστρέφω:  ►Από    Σύνθ.: κατακαίγω
               (καί-ω,  αόρ.  έκαψα,  απροσεξία έκαψαν το δάσος.  Οικογ.  Λέξ..:  καύση,  καυστή-
               παθ. αόρ. κάηκα, παθ.  2.  (μτβ.)  ξοδεύω  ρεύμα,   ρας, καυστικός, καύσωνας, καυ-
               μτχ. καμένος)     βενζίνη,  πετρέλαιο  κ.λπ.:   τός, καυτερός, κάψιμο
               [αρχ. καίω]       ►Φέτος  κάψαμε  πολύ  πετρέ-  Φράσεις:  ►Δε  μου  καίγεται
                                 λαιο.                       καρφί  (=  δε  με  ενδιαφέρει  κα-
                                                             θόλου)
                                 3. (αμτβ.) (μτφ.)  είμαι καυ-
                                 τός: ►Ο Αυγουστιάτικος ήλιος
                                 έκαιγε.


                 καλλιεργώ       1. (μτβ.) δουλεύω τη γη, για  Οικογ.  Λέξ.:  καλλιέργεια,  καλ-
                   (Ρήμα, Ρ6)    να την κάνω εύφορη ή για    λιεργητής, καλλιεργήσιμος
               (ενεστ. καλ-λι-ερ-γώ,  να  αναπτυχθούν  τα  φυτά:   Φράσεις: ► Καλλιεργημένος (=
               αόρ. καλλιέργησα,   ►Οι  γεωργοί  καλλιεργούν  συ-  μορφωμένος)
               παθ. αόρ. καλλιερ-  στηματικά τα χωράφια τους.
               γήθηκα, παθ. μτχ.   2. (μτβ.) (μτφ.) ασχολούμαι
               καλλιεργημένος)   με κάτι δείχνοντας ιδιαί-
               [μτγν. καλλιεργῶ]
                                 τερο ενδιαφέρον και επι-
                                 μέλεια: ►Οι αρχαίοι Έλληνες
                                 καλλιέργησαν τα γράμματα και
                                 τις τέχνες.





                                                  97





       10-0102-16,5X23,5.indd   97                                                   19/11/2015   2:09:27 µµ
   93   94   95   96   97   98   99   100   101   102   103