Page 106 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 106
κλαίω
κινδυνεύω 1. (αμτβ.) απειλούμαι: ►Το Σύνθ.: διακινδυνεύω, ριψοκιν-
(Ρήμα, Ρ2) διαμέρισμα κινδύνεψε από την δυνεύω
(ενεστ. κιν-δυ-νεύ-ω, πυρκαγιά. Οικογ. Λέξ.: κίνδυνος
αόρ. κινδύνεψα) 2. (μτβ.) αντιμετωπίζω το
[αρχ. κινδυνεύω] ενδεχόμενο να πάθω κάτι
δυσάρεστο: ►Εάν συνεχιστεί
η ξηρασία, κινδυνεύουμε να μεί-
νουμε χωρίς νερό.
κίνηση (η) 1. (φυσ.) η μεταβολή της Αντίθ.: ακινησία, αδράνεια (1)
(Ουσιαστικό, Ο28) θέσης ενός σώματος στον Συνών: μετατόπιση (1)
(κί-νη-ση, γεν. -ης, χώρο σε σχέση με ένα στα- Σύνθ.: κινησιοθεραπεία, συγκί-
-ήσεως, πληθ. -ήσεις) θερό σημείο: ►Η κίνηση της νηση, διακίνηση, εκκίνηση, ακι-
νησία
[αρχ. κίνησις < γης γύρω από τον ήλιο διαρκεί Οικογ. Λέξ.: κινώ, κίνημα, κι-
κι-νῶ] 365 ημέρες. νητός, κινητήρας, κινητικός,
2. δραστηριότητα σε κά- κίνητρο
ποιον τομέα: ► Η εμπορική Προσδιορ.: αμφίδρομη, ευθύ-
γραμμη, αστραπιαία, μηχανική,
κίνηση κατά τις ημέρες των εορ- αντίστροφη (1), άστοχη, επιδέ-
τών είναι μεγάλη. ξια, ρυθμική, εμπορική, καλλι-
3. η κυκλοφορία των πεζών τεχνική, τουριστική, λογοτεχνι-
και των οχημάτων, μετα- κή (2), κυκλοφοριακή (3)
κίνηση: ►Κάθε πρωί υπάρχει
μεγάλη κίνηση στους δρόμους.
κινώ 1. (μτβ.) βάζω κάτι σε ενέρ- Σύνθ.: ξεκινώ, μετακινώ, υποκι-
(Ρήμα, Ρ7) γεια, το κάνω να λειτουργή- νώ, συγκινώ, ανακινώ, διακινώ,
(ενεστ. κι-νώ, αόρ. σει: ►Το νερό που πέφτει από παρακινώ
κίνησα, παθ. αόρ. ψηλά κινεί τον τροχό του μύλου. Οικογ. Λέξ.: κίνηση, κίνημα, κι-
κινήθηκα, παθ. μτχ. 2. (μτβ.) προξενώ ή προκα- νητήρας, κίνητρο, κινητικότητα
κινημένος)
[αρχ. κινῶ] λώ έντονο συναίσθημα: ►Τα
λόγια του μου κίνησαν την πε-
ριέργεια.
3. (αμτβ.) ξεκινώ, αναχωρώ,
φεύγω: ►Κίνησαν πρωί-πρωί,
για να επισκεφτούν τους συγγε-
νείς στο χωριό.
κλαίω 1. (αμτβ.) χύνω δάκρυα από Αντίθ.: γελώ (1)
(Ρήμα) πόνο, λύπη, φόβο ή χαρά: Σύνθ.: σιγοκλαίω
(ενεστ. κλαί-ω, αόρ. ►Έκλαιγε δυνατά για πολλή Οικογ. Λέξ.: κλάμα, κλάψα,
έκλαψα, παθ. αόρ. ώρα, επειδή τον πονούσε το δό- κλάψιμο, κλαψιάρης
κλάφτηκα, παθ. μτχ. ντι του. Φράσεις: ►Θα κλάψεις πικρά
(= θα το μετανιώσεις)
105
10-0102-16,5X23,5.indd 105 19/11/2015 2:09:28 µµ

