Page 107 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 107
κλείνω
κλαμένος) 2. (μτβ.) (μέσ.) παραπονιέ- ►Θα κλάψουν μανούλες (= θα
[αρχ. κλαίω] μαι χωρίς σοβαρό λόγο: γίνει χαμός) ►Κλαίω τη μοίρα
►Κλαίγεται συνέχεια ότι δεν του μου (= παραπονιέμαι)
φτάνουν τα χρήματα.
κλείνω 1. (μτβ.) βάζω κάτι σε άνοιγ- Αντίθ.: ανοίγω (1)
(Ρήμα, Ρ4) μα, για να εμποδίσω την εί- Σύνθ.: ανοιγοκλείνω, ξανακλεί-
(ενεστ. κλεί-νω, αόρ. σοδο και έξοδο, την επικοι- νω
έκλεισα, παθ. αόρ. νωνία: ►Έκλεισε με δύναμη Οικογ. Λέξ.: κλείσιμο, κλειστός,
κλείστηκα, παθ. μτχ. την πόρτα του σπιτιού του. κλειστά (επίρρ.)
κλεισμένος) Φράσεις: ►Κλείνουν τα μάτια
[μεσν. < αρχ. 2. (αμτβ.) τελειώνω κάτι μου (= νυστάζω) ►Κλείνω τα
κλεί-ω] που είχα αρχίσει, ολοκλη- αυτιά μου σε κάτι (= δε δίνω ση-
Προσοχή! ρώνω: ►Η γιορτή έκλεισε με μασία) ►Κλείνω το στόμα μου
►κλείνω την πόρτα τον Εθνικό Ύμνο. (= δεν αποκαλύπτω μυστικά)
►κλίνω ένα ρήμα 3. (αμτβ.) (μτφ.) διακόπτω
(βλ. ρ. κλίνω) τη λειτουργία: ►Πολλά σχο-
λεία έκλεισαν λόγω της κακοκαι-
ρίας.
κλίμα (το) 1. οι μετεωρολογικές συν- Σύνθ.: κλιματολογικός, κλιμα-
(Ουσιαστικό, Ο39) θήκες που επικρατούν σ’ τογραφία
(κλί-μα, γεν. -ατος, έναν τόπο: ► Οι χώρες της κε- Οικογ. Λέξ.: κλιματικός, κλιμα-
πληθ. -ατα) ντρικής Αφρικής έχουν τροπικό τίζω, κλιματισμός
[αρχ. κλῖμα < κλί- κλίμα. Προσδιορ.: ανθυγιεινό, δροσε-
νω] 2. (μτφ.) το περιβάλλον, η ρό, ηπειρωτικό, ήπιο, μεσογεια-
κατάσταση: ►Δεν υπάρχει το κό, ξηρό, τροπικό, υγρό, ψυχρό
(1), πολιτικό, ευνοϊκό (2), ευχά-
κατάλληλο κλίμα, για να γίνει ριστο (1, 2)
συζήτηση αυτή την ώρα. Φράσεις: ►Δε με σηκώνει το
κλίμα (= μου είναι ανυπόφορη
μια κατάσταση)
κλίνω 1. (μτβ.) γέρνω κάτι πλάγια Σύνθ.: παρεκκλίνω, συγκλίνω,
(Ρήμα, Ρ4) ή προς τα κάτω: ►Έκλινε το αποκλίνω, υποκλίνομαι
(ενεστ. κλί-νω, αόρ. κεφάλι προς τα κάτω κι άρχισε Οικογ. Λέξ.: κλίση, κλιτός, κλι-
έκλινα, παθ. αόρ. να προσεύχεται. τικός, κλίνη, κλινικός
κλίθηκα, παθ. μτχ. 2. (αμτβ.) παίρνω κλίση, Φράσεις: ►Δὲν ἔχω ποῦ τὴν
(κε)κλιμένος) στρέφομαι πλάγια: ►Η ζυ- κεφαλὴν κλῖναι (= δεν έχω κα-
[αρχ. κλίνω] νένα στήριγμα, συμπαράσταση)
γαριά έκλινε προς τα δεξιά.
3. (μτβ.) (γραμμ.) σχη-
ματίζω με τη σειρά όλους
τους τύπους ενός κλιτού μέ-
ρους του λόγου:
106
10-0102-16,5X23,5.indd 106 19/11/2015 2:09:28 µµ

