Page 108 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 108
κοινός
►Κλίνε το ρήμα «λύνω» στον
ενεστώτα και τον παρατατικό.
4. (αμτβ.) (μτφ.) δείχνω προ-
τίμηση ή τάση προς κάτι:
►Κλίνω περισσότερο προς τη
δεύτερη άποψη.
κόβω 1. (μτβ.) κομματιάζω κάτι, Σύνθ.: αποκόπτω, διακόπτω, ξε-
(Ρήμα, Ρ2) τεμαχίζω: ►Έκοψε το ψωμί σε κόβω, περικόπτω, προκόβω
(ενεστ. κό-βω, αόρ. μικρές φέτες. Οικογ. Λέξ.: κομματιάζω,
έκοψα, παθ. αόρ. κό- 2. (μτβ.) τραυματίζω, πλη- κόψη, κόψιμο, κοφτερός
πηκα, παθ. μτχ. κομ- γώνω κάποιον ή κάτι: Φράσεις: ►Κόβει το μυαλό του
μένος) ►Έκοψα το δάχτυλό μου με το (= είναι έξυπνος) ►Κόβω τα
[μεσν. < αρχ. κό- φτερά σε κάποιον (= τον απο-
πτω] μαχαίρι. θαρρύνω) ►Κόβω τα χέρια κά-
3. (μτβ.) διακόπτω, σταμα- ποιου (= τον εμποδίζω) ►Κόβει
τώ κάτι που υπάρχει μέχρι το μάτι του (= βλέπει μακριά και
σήμερα: ►Ακολούθησε τη μτφ. είναι πανέξυπνος) ►Κόβω
γνώμη του γιατρού και έκοψε το δρόμο (= συντομεύω την από-
τσιγάρο. σταση)
4. (μτβ.) απορρίπτω κά-
ποιον σε εξετάσεις: ►Στις
εξετάσεις των Μαθηματικών, ο
καθηγητής έκοψε πέντε μαθη-
τές.
κοινός, -ή, -ό 1. αυτός που ανήκει σε πολ- Σύνθ.: κοινοβούλιο, κοινόχρη-
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα λούς ή χρησιμοποιείται από στος, κοινωφελής, κοινοποίηση
και άψυχα) πολλούς: ►Η αδερφή μου και Οικογ. Λέξ.: κοινώς (επίρρ.), κοι-
(κοι-νός) εγώ έχουμε κοινό τραπεζικό λο- νά (επίρρ.), κοινότητα, κοινωνία
[αρχ. κοινὸς] γαριασμό. Προσδιοριζ.: λογαριασμός, μυ-
2. αυτός που είναι απλός, στικό, θνητός (1), νους (2), θέα,
συμφέρον, προσπάθεια, αντίλη-
χωρίς κάτι ξεχωριστό: ψη (3), τόπος (1, 3)
►Αγόρασε ένα κοινό αυτοκίνη- Φράσεις: ►Κοινή Αγορά (=
το, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Ευρωπαϊκή Ένωση) ►Κοινός
3. αυτό που συμβαίνει να διαιρέτης (= αριθμός που διαι-
χαρακτηρίζει ή να ενδιαφέ- ρεί ακριβώς δύο άλλους) ►Τα
ρει πολλά άτομα: ►Η σχολι- κοινά (= οι υποθέσεις της πολι-
κή γιορτή είναι το αποτέλεσμα τείας) ►Κοινή γνώμη (= η γνώ-
μιας κοινής προσπάθειας. μη της κοινωνίας)
107
10-0102-16,5X23,5.indd 107 19/11/2015 2:09:28 µµ

