Page 109 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 109

κοινωνία

                   κοινωνία (η)     1.  οργανωμένο  σύνολο  αν-  Σύνθ.:  επικοινωνία,  συγκοινω-
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  θρώπων  που  συμβιώνουν   νία, κοινωνιολογία
                  (κοι-νω-νί-α)     σε  ορισμένο  τόπο  και  χρό-  Οικογ.  Λέξ.:  κοινωνώ,  κοινω-
                  [αρχ.  κοινωνία  <   νο,  σύμφωνα  με  κανόνες   νός,   κοινωνικός,   κοινωνικά
                  κοινωνὸς < κοινὸς]  και  νόμους:  ►Η  οικογένεια   (επίρρ.), κοινωνικότητα
                                                                Προσδιορ.:  πρωτόγονη,  σύγ-
                                    είναι και σήμερα το θεμέλιο της   χρονη,    πατριαρχική,  μητριαρ-
                                    ελληνικής κοινωνίας.        χική,  καταναλωτική,  τοπική,
                                      2.  σύνολο  ζώων  που  ανή-  πολυπολιτισμική, ανοιχτή (1)
                                                                          ►Θεία
                                    κουν  στο  ίδιο  είδος  και   Φράσεις:   (=   το   /   Αγία
                                                                                  μυστήριο
                                                                Κοινωνία
                                    ζουν  ομαδικά:  ►Η  κοινωνία   της   Θείας   Ευχαριστίας,   η
                                    των  μελισσών  αποτελείται  από  Μετάληψη)  ►Τοπική  κοινωνία
                                    τη  βασίλισσα,  τις  εργάτριες  και  (= δήμος ή κοινότητα)
                                    τους κηφήνες.
                     κοιτάζω        1.  (μτβ.)  στρέφω  το  βλέμμα  Συνών.: παρατηρώ (1)
                      (Ρήμα, Ρ3)    σε  κάποιον  ή  σε  κάτι,  συ-  Σύνθ.: αγριοκοιτάζω, κρυφοκοι-
                  (ενεστ. κοι-τά-ζω,   γκεντρώνω:  ►Κοίταξε από το   τάζω, γλυκοκοιτάζω
                  αόρ. κοίταξα, παθ.   παράθυρό του μακριά τη θάλασ-  Οικογ. Λέξ.: κοίταγμα
                  αόρ. κοιτάχτηκα,   σα.                        Φράσεις:  ►Κοιτάζω  με  μισό
                  παθ. μτχ. κοιταγμέ-  2.  (μτβ.)  φροντίζω,  νοιά-  μάτι  (=  περιφρονώ  κάποιον)
                  νος)                                          ►Κοιτάζω  στα  μάτια  (=  είμαι
                  [αρχ.  κοιτάζω  <   ζομαι  για  κάποιον  ή  κάτι:  απόλυτα ειλικρινής) ►Για κοίτα
                  κοίτη (= κρεβάτι)]  ►Κοίταξε  τους  γονείς  του  στα  να δεις! (= για φαντάσου!)
                                    γεράματα.
                                    3.  (μτβ.)  εξετάζω  κάτι  με
                                    ιδιαίτερη προσοχή, ελέγχω:
                                    ►Κοιτάζω τη μηχανή του αυτο-
                                    κινήτου πριν από κάθε ταξίδι.
                      κολλώ         1.  (μτβ.)  ενώνω  με  ειδική  Αντίθ.: ξεκολλώ, αποκολλώ (1)
                      (Ρήμα, Ρ5)    ουσία  δύο  ή  περισσότερα   Συνών: συγκολλώ (1),  μεταδίδω
                  (ενεστ.  κολ-λώ,  αόρ.  αντικείμενα,   συνενώνω:   (2), ενοχλώ (3)
                  κόλλησα,  παθ.  αόρ.   ►Κόλλησα τα κομμάτια  του βά-  Σύνθ.: αποκολλώ, συγκολλώ, ξε-
                  κολλήθηκα,   παθ.   ζου  που έσπασε.          κολλώ, προσκολλώ
                  μτχ. κολλημένος)                              Οικογ.  Λέξ.:  κόλλημα,  κόλλη-
                  [αρχ. κολλῶ]      2.  (μτβ.)  μεταδίδω  αρρώ-  ση,  κολλητός,  κολλητά  (επίρρ.),
                                    στια:  ►Κόλλησε  ιλαρά    τους  κολλητήρι, κολλητικός
                                    συμμαθητές της.             Φράσεις:  ►Στη  βράση  κολλά-
                                    3. (μτβ.) (μτφ.) γίνομαι ενο-  ει το σίδερο (= όταν χρειάζεται
                                    χλητικός σε κάποιον, για να   γρήγορη  απόφαση)  ►Τον  κόλ-
                                                                λησε στον τοίχο (= τον αποστό-
                                    πετύχω  κάτι:  ►Του  κολλάει   μωσε)
                                    συνεχώς να πάνε στο γήπεδο.










                                                    108





       10-0102-16,5X23,5.indd   108                                                  19/11/2015   2:09:28 µµ
   104   105   106   107   108   109   110   111   112   113   114