Page 110 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 110
κοπάδι
κολύμπι (το) το να επιπλέει κανείς στο Συνών.: κολύμβηση, μπάνιο
(Ουσιαστικό, Ο36) νερό με κατάλληλες κινή- Οικογ. Λέξ.: κολυμπώ
(κο-λύ-μπι, γεν. - , σεις των χεριών και των πο-
πληθ. - ) διών: ►Το κολύμπι γυμνάζει
[μεσν. κολύμπι] ολόκληρο το σώμα του αθλητή.
κόμμα (το) 1. μερίδα πολιτών με τις Σύνθ.: κομματάρχης
(Ουσιαστικό, Ο39) ίδιες πολιτικές ιδέες, πολι- Οικογ. Λέξ.: κομμάτι, κομμα-
(κόμ-μα, γεν. -ατος, τική παράταξη: ►Στις βου- τικός
πληθ. -ατα) λευτικές εκλογές συμμετέχουν, Προσδιορ.: αγροτικό, δημοκρα-
[αρχ. κόμμα < κό- συνήθως, πολλά κόμματα. τικό, συντηρητικό, κυβερνητικό,
πτω] 2. (γραμμ.) σημείο στίξης αντιπολιτευόμενο (1)
στον γραπτό λόγο με το Φράσεις: ► (μτφ.) Κάνω κόμμα
(= στρέφομαι εναντίον κάποιου)
οποίο χωρίζουμε δύο προ-
τάσεις ή τα μέρη μιας φρά-
σης: ►Με κόμμα χωρίζουμε και
ασύνδετες λέξεις, που ανήκουν
στο ίδιο μέρος του λόγου.
κοντά 1. σε μικρή απόσταση: ►Το Αντίθ.: μακριά (1), ακριβώς (2)
(Επίρρημα) σπίτι μου είναι κοντά στη θάλασ- Συνών.: πλησίον, σιμά, εγγύς
(κο-ντά) σα. (1), σχεδόν, πάνω κάτω, ίσαμε,
[μεσν. επίρρ. του 2. περίπου: ►Ψάρεψε κοντά κάπου (2)
μτγν. κοντὸς] δέκα κιλά σαργούς. Σύνθ.: κοντοστέκομαι
3. επιπλέον, εκτός από: Οικογ. Λέξ.: κοντεύω, κοντινός
►Κοντά στα άλλα έχασα και το
πλοίο της γραμμής.
κοπάδι (το) 1. μεγάλος αριθμός ζώων Συνών.: αγέλη, ποίμνιο (1),
(Ουσιαστικό, Ο36) από το ίδιο είδος: ►Μεγάλα όχλος (2)
(κο-πά-δι, γεν. κοπάδια προβάτων βοσκούσαν Οικογ. Λέξ.: κοπαδιαστός, κο-
-ού, πληθ. -α) στον απέραντο κάμπο. παδιαστά (επίρρ.)
[μτγν. κοπάδιον 2. (μτφ.) πολύς κόσμος χω- Προσδιορ.: βουερό, ατίθασο (1,
υποκορ. του αρχ. ρίς τάξη, οργάνωση και χω- 2)
κοπὴ (= τμήμα) <
αρχ. κόπτω] ρίς αρχηγό: ►Ένα κοπάδι παι-
διών αναστάτωσε τη γειτονιά με
τις φωνές του.
109
10-0102-16,5X23,5.indd 109 19/11/2015 2:09:28 µµ

