Page 111 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 111

κόσμος

                    κόσμος (ο)      1.  ο πλανήτης Γη, η οικου-  Συνών.: πλάση,   υδρόγειος, κτί-
                   (Ουσιαστικό, Ο14)  μένη,  το  σύμπαν:  ►Θέλω   ση (1), πολυκοσμία (2)
                  (κό-σμος, γεν. -ου,   πολύ    να  κάνω  τον  γύρο    του   Σύνθ.:  κοσμογυρισμένος,  κο-
                  πληθ. -οι)        κόσμου.                     σμοναύτης, κοσμοϊστορικός, κο-
                  [αρχ. κόσμος (=   2.  πλήθος  ανθρώπων,  αν-  σμογονία, κοσμοπλημμύρα
                  τάξη, κόσμημα)]   θρωπότητα, κοινωνία:        Οικογ.  Λέξ.:  κοσμώ,  κόσμιος,
                                                                κόσμια (επίρρ.), κοσμίως (επίρρ.),
                                    ►Μαζεύτηκε  πολύς  κόσμος  κοσμικός
                                    στην πλατεία.               Προσδιορ.:  αθέατος,  ενάλιος
                                                                (1),  παραμυθένιος  (2),  αφιλόξε-
                                                                νος (1, 2)
                                                                Φράσεις:  ►Έφαγα    τον  κόσμο
                                                                (=  έψαξα  παντού)  ►Ζει  στον
                                                                κόσμο του (= δεν ενδιαφέρεται
                                                                για τίποτα) ►Τρίτος κόσμος (=
                                                                οι  αναπτυσσόμενες  χώρες  της
                                                                Ασίας,  της  Αφρικής  και  της
                                                                Ν.  Αμερικής)  ►Νέος  Κόσμος
                                                                (=  η  Αμερική  και  η  Ωκεανία)
                                                                ►Χάλασε τον κόσμο (= αναστά-
                                                                τωσε τα πάντα) ►Δε χάλασε κι
                                                                ο κόσμος (= δεν είναι και τόσο
                                                                σπουδαίο γεγονός)
                                                                Παροιμ.:  ►Ο  κόσμος  το  ‘χει
                                                                τούμπανο κι εμείς κρυφό καμά-
                                                                ρι
                  κουνώ και κου-    1.  (μτβ.)    κάνω  κάποιον  ή  Συνών.: μετατοπίζω (2)
                       νάω          κάτι  να  κινηθεί:  ►Ο  αέρας   Σύνθ.: ταρακουνώ
                                                                Οικογ.  Λέξ.:  κούνημα,  κουνι-
                     (Ρήμα, Ρ5)     κουνούσε  με  μανία  τα  κλαδιά   στός, κούνια
                  (ενεστ. κου-νώ, αόρ.   των δέντρων.
                  κούνησα, παθ. αόρ.   2. (μτβ.)  μεταφέρω κάτι από
                  κουνήθηκα, παθ.   ένα σημείο σε κάποιο άλλο,
                  μτχ. κουνημένος)  μετακινώ:  ►Μην  κουνήσεις
                  [μεσν. κουνῶ <    τα βιβλία από τη θέση τους.
                  αρχ. κινῶ]
                    κρατάω και      1. (μτβ.)  έχω κάτι στο χέρι  Σύνθ.:  συγκρατώ,    παρακρατώ,
                      κρατώ         μου,  βαστώ:  ►Κρατούσε  στο   επικρατώ
                                                                Οικογ.  Λέξ.:  κράτημα,  κράτη-
                      (Ρήμα, Ρ5)    χέρι του ένα βιβλίο.        ση, κρατητήριο
                  (ενεστ. κρατώ, αόρ.   2.  (αμτβ.)  προβάλλω  αντί-
                  κράτησα, παθ. αόρ.   σταση,   αντέχω:   ►Το   Φράσεις:  ►Κρατώ  τον  λόγο
                  κρατήθηκα, παθ.   Κάστρο   του   Μεσολογγίου   μου (= τηρώ την υπόσχεσή μου)
                  μτχ. κρατημένος)  κράτησε  στην  πολιορκία  από









                                                    110





       10-0102-16,5X23,5.indd   110                                                  19/11/2015   2:09:28 µµ
   106   107   108   109   110   111   112   113   114   115   116