Page 112 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 112

κρίση

               [αρχ. κρατῶ < κρά-  τον  Δεκέμβρη  του  1825  μέχρι   ►Τον κρατώ στα χέρια μου (=
               τος]              τον Απρίλη του 1826.        μπορώ να τον εκβιάσω)
                                 3.  (μτβ.)  κλείνω  εισιτήριο  Παροιμ.:  ►Όπου  ακούς  πολλά
                                 ή θέση:  ►Κράτησα δύο θέσεις,  κεράσια,  κράτα  και  μικρό  κα-
                                 για  να  παρακολουθήσω  τους  λάθι
                                 Ολυμπιακούς Αγώνες.
                                 4. (αμτβ.) διαρκώ: ►Η ομιλία
                                 κράτησε τριάντα λεπτά.
                 κράτος (το)     1. η ανώτατη πολιτική εξου-  Συνών.:  χώρα,  πολιτεία,  επι-
                (Ουσιαστικό, Ο37)  σία  που  ασκείται  σε  ένα  κράτεια (1), εξουσία, αρχή (2)
               (κρά-τος,  γεν.  -ους,  σύνολο  ανθρώπων  μόνιμα  Οικογ.  Λέξ.:  κρατώ,  κρατικός,
               πληθ. -η)         εγκατεστημένων  σε  μια     κρατίδιο, κραταιός
               [αρχ.  κράτος (=   χώρα που έχει τα δικά της   Προσδιορ.:  ανεξάρτητο,  αυτό-
               δύναμη, πολιτική   σύνορα:                    νομο,  κυρίαρχο,  ομόσπονδο,
               εξουσία)]         ►Κάθε  κράτος  οφείλει  να  προ-  πανίσχυρο (1, 2)
                                 στατεύει τους πολίτες του.   Φράσεις: ►Κατά κράτος
                                 2.  το  σύστημα  διακυβέρνη-  (= ολοκληρωτικά) ►Υπό το κρά-
                                 σης  μιας  χώρας,  ο  τρόπος   τος (= υπό τον απόλυτο έλεγχο)
                                 που  ασκείται  η  κρατική
                                 εξουσία:
                                 ►Το  πολίτευμα  του  ελληνικού
                                 κράτους  είναι  Προεδρευομένη
                                 Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
                  κρίση (η)      1.  η  ικανότητα  του  ανθρώ-  Συνών:  ετυμηγορία (3), δοκιμα-
                (Ουσιαστικό, Ο27)  που  να  σκέφτεται  λογικά  σία (4)
               (κρί-ση, γεν. -ης,   και  να  καταλήγει  σε  ορθά  Σύνθ.:  έγκριση,  σύγκριση,  πρό-
               -εως, πληθ. -εις)  συμπεράσματα:  ►Δεν πρέπει   κριση,   ανάκριση,   διάκριση,
               [αρχ.  κρίσις  <  κρί-  κάποιος να βασίζεσαι μόνο στις   ανταπόκριση, υποκρισία, λογο-
               νω]               κρίσεις των άλλων.          κρισία
                                 2.  η  άποψη  που  εκφρά-   Οικογ. Λέξ.: κρίνω,  κριτής, κρι-
                                 ζει  κάποιος  για  πρόσωπα,   τικός,  κριτική,  κριτικάρω,  κρι-
                                 πράγματα  ή  καταστάσεις:   τήριο, κρίσιμος, κρισιμότητα
                                 ►Είναι πολύ αυστηρός στις κρί-  Προσδιορ.:  εσφαλμένη,  επιπό-
                                 σεις που κάνει για τους υπαλλή-  λαιη,  βιαστική,    πολιτική,      δί-
                                 λους του.                   καιη (1), αθωωτική (3), πετρελα-
                                                             ϊκή,  νομισματική,  οικονομική,
                                 3. η απόφαση δικαστηρίου:   τουριστική (4)
                                 ►Η  κρίση  του  δικαστηρίου  για
                                 τον  κατηγορούμενο  ήταν  αθω-
                                 ωτική.
                                 4.  προβληματική  κατάστα-
                                 ση με δυσκολίες και κινδύ-
                                 νους:  ►Η  αύξηση  της  τιμής
                                 του πετρελαίου προκαλεί οικονο-
                                 μική κρίση.





                                                  111





       10-0102-16,5X23,5.indd   111                                                  19/11/2015   2:09:28 µµ
   107   108   109   110   111   112   113   114   115   116   117