Page 113 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 113

κρύβω

                      κρύβω         1.  (μτβ.)  βάζω  κάποιον  ή  Αντίθ.:  εμφανίζω,    αποκαλύ-
                      (Ρήμα, Ρ2)    κάτι σε τέτοιο μέρος  ώστε   πτω, φανερώνω (1, 2)
                  (ενεστ. κρύ-βω, αόρ.   να  μην  το(ν)  βλέπουν  ή  να   Συνών:  αποκρύπτω  (1,  2),    κα-
                  έκρυψα, παθ. αόρ.   μην  το(ν)  βρίσκουν  οι  άλ-  λύπτω,  σκεπάζω  (1),  αποσιωπώ
                  κρύφτηκα, παθ. μτχ.   λοι:  ►Έκρυψε  τα    χρυσαφικά   (2)
                  κρυμμένος)                                    Σύνθ.: αποκρύπτω, υποκρύπτω,
                  [αρχ. κρύπτω]     της στο συρτάρι.            αποκρύβω
                                    2. (μτβ.) φυλάω κάτι σαν μυ-  Οικογ.  Λέξ.:  κρυφός,  κρυφά
                                    στικό:  ►Κρύβει τα χρόνια του  (επίρρ.),  κρύψιμο,  κρυψώνας,
                                    από τους άλλους.            κρύπτη, κρυφτό, κρυφτούλι
                                    3.  (μτβ.)  (μτφ.)  δε  φανερώ-  Φράσεις:  ►Κρύβεται  πίσω  απ’
                                                                το δάχτυλό του (= προσπαθεί να
                                    νω  τις προθέσεις και τα συ-  αποκρύψει  κάτι που είναι φα-
                                    ναισθήματά  μου  στους  άλ-  νερό) ►Κρύβω τα χαρτιά μου (=
                                    λους:  ►Κρύβει  τα  πραγματικά  δε φανερώνω τις προθέσεις μου)
                                    του αισθήματα, που έχει για τους
                                    φίλους του.

                    κτήμα (το)      1.  οτιδήποτε  αποτελεί  ιδιο-  Σύνθ.:  αγρόκτημα,  απόκτημα,
                   (Ουσιαστικό, Ο39)  κτησία κάποιου: ►Οι αρχαι-  κτηματολόγιο,   κτηματαγορά,
                  (κτή-μα, γεν.     ολογικοί  θησαυροί  είναι  κτήμα   κτηματομεσίτης
                  -ατος, πληθ. -ατα)  ολόκληρου του ελληνικού λαού.  Οικογ.  Λέξ.:  κτηματικός,  κτη-
                  [αρχ. κτῆμα <     2.    αγροτική  έκταση  που   ματίας
                  κτῶμαι (= αποκτώ,   ανήκει  σε  κάποιον:   ►Κά-  Προσδιορ.:  κρατικό,  μοναστη-
                  κατέχω)]                                      ριακό,  οικογενειακό,  πατρικό
                                    θε  καλοκαίρι  πηγαίνουμε  στο   (1, 2)
                                    κτήμα του παππού.
                                    3. (μτφ.) καθετί που μαθαί-
                                    νει κανείς καλά και για πά-
                                    ντα:  ►Έκαναν  κτήμα  τους  το
                                    μάθημα  της Ιστορίας.

                    κτίριο (το)     κάθε   οικοδόμημα:    ►Η
                   (Ουσιαστικό, Ο34)  Ζωσιμαία  Παιδαγωγική  Ακα-
                  (κτί-ρι-ο, γεν. -ίου,   δημία  είναι    ένα  παραδοσιακό
                  πληθ. -ια)        κτίριο με μεγάλη ιστορία.
                  [λόγ. < μεσν. κτίρι-
                  ον]
                    κύκλος (ο)      1. (μαθημ.)  κλειστή καμπύ-  Σύνθ.: κυκλοφορία,  εγκύκλιος,
                   (Ουσιαστικό, Ο14)  λη γραμμή της οποίας κάθε   δίκυκλο, τρίκυκλο
                  (κύ-κλος)         σημείο  απέχει  εξίσου  από   Οικογ. Λέξ.:  κυκλικός, κυκλικά
                  [αρχ. κύκλος]     το  κέντρο  της:  ►Σε  πολλές   (επίρρ.),  κυκλώνω, κύκλωμα, κυ-
                                    ασκήσεις  των  Μαθηματικών   κλώνας, κυκλάμινο,  Κυκλάδες
                                    βρίσκουμε  το  εμβαδόν  του  κύ-
                                    κλου.






                                                    112





       10-0102-16,5X23,5.indd   112                                                  19/11/2015   2:09:28 µµ
   108   109   110   111   112   113   114   115   116   117   118