Page 114 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 114

κύμα

                                 2. η επίπεδη επιφάνεια που  Φράσεις:  ►Φαύλος  κύκλος  (=
                                 περικλείεται μέσα στον κύ-  όταν η επίλυση ενός προβλήμα-
                                 κλο:  ►Κάθονται  μεσα  σε  κύ-  τος  οδηγεί  σε  άλλο  πρόβλημα,
                                 κλους  σχεδιασμένους  στο  έδα-  δημιουργώντας αδιέξοδο)
                                 φος.
                                 3. (μτφ.) ομάδα ατόμων που
                                 συνδέονται  με  κοινά  εν-
                                 διαφέροντα  ή  επιδιώξεις:
                                 ►Είναι πολύ γνωστός στον κύ-
                                 κλο των δικηγόρων.
               κυκλοφορία (η)  1.  διαρκής  μετακίνηση  μέ-  Συνών.: διακίνηση (1)
               (Ουσιαστικό, Ο21)  σων  μεταφοράς  και  πεζών   Οικογ.  Λέξ.:  κυκλοφορώ,  κυ-
               (κυ-κλο-φο-ρί-α,   από  ένα  μέρος  σε  άλλο:   κλοφορικός, κυκλοφοριακός
               γεν.-ας, πληθ.-)  ►  Υπάρχει  μεγάλη  κυκλο-  Φράσεις:  ►  Κώδικας  Οδικής
               [λόγ.<αρχ.κυκλο-  φορία  στον  δρόμο  Αθηνών-  Κυκλοφορίας  (=  οι  κανονισμοί
               φορία]                                        που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά
                                 Θεσσαλονίκης.               οδηγών και πεζών) ► Αριθμός
                                 2. (βιολ.) η συνεχής ροή του  κυκλοφορίας (= ο αριθμός στις
                                 αίματος  προς  όλα  τα  μέρη   πινακίδες των οχημάτων)
                                 του  σώματος,  μέσω  των    ►Κυκλοφορία    εφημερίδων,
                                                             βιβλίων,  περιοδικών  κ.ά.  (=  ο
                                 αιμοφόρων  αγγείων,  και    αριθμός  των  αντιτύπων  που
                                 αντίστροφα:  ► Η κυκλοφορία   αγοράστηκαν από το κοινό)
                                 του αίματος γίνεται με τις αρτη-  Προσδιορ.:  εναέρια,  ελεύθερη,
                                 ρίες και τις φλέβες.        κυκλική(1)

                  κύμα (το)      1.  όγκος  νερού  θάλασσας,  Σύνθ.: κυματοειδής, κυματοθραύ-
                (Ουσιαστικό, Ο39)  λίμνης ή ποταμού που ανυ-  στης
               (κύ-μα, γεν. -ατος,   ψώνεται και πέφτει διαδο-  Οικογ.  Λέξ.:  κυματίζω,  κυμάτι-
               πληθ. -ατα)       χικά  και  που  προκαλείται   σμα, κυματισμός, κυματιστός, κυ-
               [αρχ.  κῦμα  <  κυῶ   κυρίως από τον άνεμο: ►Ο   ματικός, κυμαίνομαι, κυματώδης
               (=  είμαι  φουσκω-  άνεμος λυσσομανούσε αδιάκοπα,   Προσδιορ.: αγριεμένο,  απειλητι-
               μένος)]                                       κό,  αφρισμένο,    παλιρροϊκό,  πε-
                                 σηκώνοντας πελώρια κύματα.   λώριο (1), φοβερό (1, 3),  ακουστι-
                                 2.  (φυσ.)  παλμική  κίνηση   κό, ηχητικό, μεσαία (τα), βραχέα
                                 που μεταδίδεται από μόριο  (τα) (2)
                                 σε  μόριο,  μεταφέροντας  Φράσεις: ►Περνώ από σαράντα
                                 ορισμένες  μορφές  ενέργει-  κύματα  (=  αντιμετωπίζω  πολλές
                                 ας:  ►Το  τηλεοπτικό  σήμα  με-  δυσκολίες)  ►Εκπέμπω  στο  ίδιο
                                 ταφέρεται με ηλεκτρομαγνητικά   μήκος κύματος (= έχω τις ίδιες από-
                                 κύματα.                                               ψεις)











                                                  113





       10-0102-16,5X23,5.indd   113                                                  19/11/2015   2:09:29 µµ
   109   110   111   112   113   114   115   116   117   118   119