Page 115 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 115
κυνήγι
3. (μτφ.) φυσικό ή κοινω-
νικό φαινόμενο μεγάλης
έντασης, που εμφανίζεται
ξαφνικά: ►Αναμένεται νέο
κύμα καύσωνα την επόμενη
εβδομάδα. ►Έφτασαν στο νησί
μας τα πρώτα κύματα τουρι-
στών.
κυνήγι (το) 1. το να αναζητεί κάποιος Συνών.: θήρα (1), άγρα, λεία (2),
κυνήγημα, κυνηγητό (3)
(Ουσιαστικό, Ο36) ζώα ή πουλιά, για να τα πιά- Σύνθ.: κυνηγόσκυλο
(κυ-νή-γι, γεν. σει ή να τα σκοτώσει: ►Το Οικογ. Λέξ.: κυνηγώ, κυνηγός,
-ού, πληθ. -α) κυνήγι των πουλιών επιτρέπεται κυνηγητό, κυνήγημα, κυνηγε-
[μτγν. κυνήγιον < σε συγκεκριμένη περίοδο. τικός
αρχ. κυνηγὸς] 2. το θήραμα: ►Το σημερινό Προσδιορ.: λαθραίο, ομαδικό
κυνήγι ήταν ένας λαγός και δυο (1), άφθονο, νόστιμο (2)
μπεκάτσες.
3. (μτφ.) το να επιδιώκει κά-
ποιος κάτι με επιμονή: ►Το
κυνήγι μιας καλύτερης ζωής
οδηγεί πολλούς ανθρώπους στη
μετανάστευση.
κυρίαρχος, -η, αυτός που έχει στα χέρια Σύνθ.: συγκυρίαρχος, επικυρί-
-ο του την εξουσία, απόλυτος, αρχος
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα κύριος: ►Η Ελλάδα είναι ανε- Οικογ. Λέξ.: κυριαρχώ, κυριαρ-
χία, κυριαρχικός, κυριάρχηση
και άψυχα) ξάρτητο και κυρίαρχο κράτος. Προσδιοριζ.: άποψη, ιδεολογία,
(κυ-ρί-αρ-χος) λαός
[μεσν. κυρίαρχος
< κύριος + ἄρχω (=
εξουσιάζω, κυβερ-
νώ)]
κύριος, -α, -ο 1. ο σπουδαιότερος, ο σημα- Συνών.: βασικός (1), άρχοντας,
(Επίθετο, Ε4, έμψυχα) ντικότερος: ►Είναι ο κύριος αφέντης (2)
(κύ-ρι-ος) συνεργάτης μου στα οικονομικά Σύνθ.: κυριολεξία, κυριαρχία
[αρχ. κύριος < κῦ- ζητήματα. Οικογ. Λέξ.: κύρια (επίρρ.), κυ-
ρος] 2. αυτός που ελέγχει τα ρίως (επίρρ.), κυριεύω, κυριότη-
τα
πράγματα, κυρίαρχος, κάτο- Προσδιοριζ.: ομιλητής, άρθρο,
χος: ►Σύμφωνα με τη διαθήκη συμπέρασμα (1)
του πατέρα του είναι ο κύριος Φράσεις: ►Κύριος οἶδε (= ο
κληρονόμος. Θεός ξέρει)
3. αξιοπρεπής άνθρωπος:
►Συμπεριφέρεται τόσο καλά,
ώστε μπορώ να πω ότι είναι κύ-
ριος με τα όλα του!
114
10-0102-16,5X23,5.indd 114 19/11/2015 2:09:29 µµ

