Page 116 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 116
κωμωδία
κωλυσιεργώ (αμτβ.) εμποδίζω σκόπιμα Συνών.: παρακωλύω, καθυστε-
(Ρήμα, Ρ6) και για προσωπικούς λό- ρώ, υπονομεύω
(ενεστ. κω-λυ-σι-ερ- γους την εκτέλεση κάποιου Οικογ. Λέξ.: κωλυσιεργία
γώ, αόρ. κωλυσιέρ- έργου: ►Κωλυσιεργούν και πα-
γησα) ρεμβάλλουν εμπόδια στη διάνοι-
[λόγ. < ελνστ. ξη του δρόμου.
κωλυσιεργῶ < κω-
λυσιεργὸς < κω-
λύω (= εμποδίζω) +
ἔργον]
κωμωδία (η) 1. θεατρικό ή κινηματογρα- Αντίθ.: δράμα, τραγωδία (1, 2)
(Ουσιαστικό, Ο19) φικό έργο με ευχάριστο και Σύνθ.: κωμωδιογράφος, φαρ-
(κω-μω-δί-α) διασκεδαστικό περιεχόμε- σοκωμωδία, κωμειδύλλιο
[αρχ. κωμωδία < νο: ►Χθες παρακολουθήσαμε Προσδιορ.: αρχαία, απολαυστι-
κή, έξυπνη, ηθογραφική, σπαρ-
κωμωδὸς] στο θέατρο μια ξεκαρδιστική κω- ταριστή (1, 2)
μωδία. Φράσεις: ►Παίζω κωμωδία (=
2. (αρχ.) το ένα από τα τρία υποκρίνομαι)
είδη του αρχαίου δράμα-
τος που είχε εύθυμο και
σατιρικό περιεχόμενο: ►Οι
«Όρνιθες» είναι μία από τις κω-
μωδίες του Αριστοφάνη.
3. (μτφ.) πράξεις, γεγονότα
ή καταστάσεις που προκα-
λούν το γέλιο: ►Πρέπει να
σταματήσει αυτή η κωμωδία,
που παρακολουθούμε ανάμεσά
σας τον τελευταίο καιρό.
115
10-0102-16,5X23,5.indd 115 19/11/2015 2:09:29 µµ

