Page 117 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 117

λακωνικός, -ή,    1.  που  σχετίζεται  με  τη  Αντίθ.: πολυλογάς, φλύαρος (2)
                         -ό         Λακωνία  και  τους  Λά-     Συνών.:  λιτός, επιγραμματικός,
                  (Επίθετο, Ε2, έμψυχα  κωνες: ►Εξακολουθεί να τηρεί   συνοπτικός (2)
                  και άψυχα)        πιστά τα λακωνικά έθιμα, παρό-  Οικογ. Λέξ.: Λακωνία, λακωνί-
                  (λα-κω-νι-κός)    λο που ζει στην Αθήνα.      ζω, λακωνισμός, λακωνικότητα
                  [αρχ.  λακωνικὸς  <   2.  ολιγόλογος,  σύντομος:
                  Λάκων]            ►Ο  λόγος  του  είναι  συνήθως
                                    λακωνικός και ουσιαστικός.



                      λαός (ο)      1.  το  σύνολο  των  πολιτών  Συνών.:  κάτοικοι,  πληθυσμός,
                   (Ουσιαστικό, Ο13)  ενός κράτους: ►Ο ελληνικός   πολίτες (1, 2)
                  (λα-ός)           λαός έχει μια πανάρχαια  ιστορία.  Σύνθ.:  λαογραφία,  λαοθάλασ-
                  [αρχ.  λαὸς]      2. το σύνολο των κατοίκων   σα,  λαοφιλής,  λαοπρόβλητος,
                                    μιας  γεωγραφικής    περι-  λαοκρατία,  λαοπλάνος,  λαομί-
                                                                σητος
                                    οχής,  πόλης:  ►Ο  δήμαρχος   Οικογ. Λέξ.: λαϊκός, λαϊκότητα,
                                    μίλησε στον λαό της πόλης του.  λαϊκιστής, λαϊκισμός
                                                                Προσδιορ.:  κυρίαρχος,  ένδο-
                                                                ξος,  φιλήσυχος,  προοδευτικός,
                                                                περιούσιος (1, 2)

                     λατρεύω        1.  (μτβ.)  σέβομαι,  τιμώ  τον  Αντίθ.: μισώ, αντιπαθώ (2)
                      (Ρήμα, Ρ2)    Θεό: ►Οι αρχαίοι Έλληνες λά-  Συνών.: υπεραγαπώ
                  (ενεστ. λα-τρεύ-ω,   τρευαν  τους  δώδεκα  θεούς  του   Οικογ.  Λέξ.:  λάτρης,  λατρεία,
                  αόρ. λάτρεψα, παθ.   Ολύμπου.                 λατρευτός, λατρευτικός
                  αόρ. λατρεύτηκα,   2.  (μτβ.)  έχω  μεγάλη  αγά-
                  παθ. μτχ. λατρεμέ-
                  νος)              πη για κάποιον ή για κάτι:
                  [αρχ. λατρεύω <   ►Λατρεύει  την  κρητική  κουζί-
                  λάτρις]           να.


                                                    116





       10-0102-16,5X23,5.indd   116                                                  19/11/2015   2:09:29 µµ
   112   113   114   115   116   117   118   119   120   121   122