Page 118 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 118

λέω

                   λεία (η)      1.  ό,τι  αρπάζει  κανείς  απ’  Συνών.:  λάφυρα (2)
                (Ουσιαστικό, Ο19)  τους  εχθρούς  σε  καιρό  πο-  Προσδιορ.: πλούσια (1)
               (λεί-α,   γεν.   -ας,  λέμου:  ►Οι  θησαυροί  της   Φράσεις: ►Εύκολη λεία (= αυ-
               πληθ. - )         Πόλης  έγιναν  λεία  στα  χέρια   τός που μπορεί εύκολα να νικη-
               [αρχ. λεία]       των Σταυροφόρων.            θεί)
                                 2.  τα  θηράματα  που  γίνο-
                                 νται  τροφή  σαρκοβόρων
                                 ζώων: ►Τα ψάρια είναι η αγα-
                                 πημένη λεία της αρκούδας.

                   λέξη (η)      1. σύνολο φθόγγων που εκ-   Σύνθ.:  λεξιλόγιο,  λεξιθηρία  (=
                (Ουσιαστικό, Ο27)  φράζει μια έννοια: ►Το μή-  αναζήτηση και χρήση σπάνιων
               (λέ-ξη, γεν. -ης, -εως,   νυμα  που  έστειλε  αποτελείται   λέξεων),  λεξιπενία  (=  περιορι-
               πληθ. -εις)       από πέντε λέξεις.           σμένος αριθμός λέξεων), λεξικο-
               [αρχ. λέξις < λέγω]  2.  λόγος,  κουβέντα:  ►Του   γράφος  (=  συντάκτης  λεξικού),
                                 είπε δυο λέξεις στο αυτί και ύστε-  λεξικολογία
                                                             Οικογ. Λέξ.: λέγω, λεξικό
                                 ρα έφυγε.                   Προσδιορ.:  κλιτή,  άκλιτη,  δυ-
                                                             σνόητη,  άγνωστη,  ποιητική,
                                                             αδόκιμη (1, 2)
                                                             Φράσεις:  ►Λέξη  προς  λέξη  (=
                                                             αναλυτικά)  ►Λέξη  κλειδί  (=
                                                             σημαντική  λέξη)  ►Επί  λέξει  (=
                                                             ακριβώς έτσι) ►Με δυο λέξεις (=
                                                             σύντομα) ►Κατά λέξη (= πιστά)




                λέω και λέγω     1.  (μτβ.)  εκφράζομαι  προ-  Συνών: αφηγούμαι (2)
                    (Ρήμα)       φορικά,  μιλώ:  ►Μου  είπε   Σύνθ.:  επιλέγω,  εκλέγω,  συλλέ-
               (ενεστ.  λέ-ω,  αόρ.  κάτι, αλλά δεν τον άκουσα καλά.  γω,  προλέγω,  διαλέγω,  αντιλέ-
               είπα,  παθ.  αόρ.  ει-  2. (μτβ.) διηγούμαι: ►Ο παπ-  γω,  ξαναλέγω
                                                             Οικογ.  Λέξ.:  λέξη,    λεξικό,  λό-
               πώθηκα, λέχθηκα,  πούς μάς έλεγε αξέχαστες ιστο-  γος, λογικός, λόγιος,  λογίζομαι
               παθ.  μτχ.  ειπωμέ-  ρίες.                    Φράσεις:  ►Τα  λέω  έξω  απ’  τα
               νος)              3. ονομάζω, αποκαλώ: ►Πώς  δόντια / Λέω τα σύκα σύκα και
               [αρχ. λέγω]       σε λένε; Με λένε Μαρία.     τη σκάφη σκάφη (= μιλώ ξεκά-
                                 4. (αμτβ.) (γ΄πρόσ. λένε ή λέ-  θαρα, χωρίς φόβο) ►Τα λεγόμε-
                                 γεται) για κάτι που αναφέ-  να (= τα λόγια, οι απόψεις κά-
                                 ρεται ως φήμη, διαδίδεται:   ποιου)  ►Εγώ τα λέω κι εγώ τα
                                                             ακούω (= όταν τα λόγια κάποιου
                                 ►Λέγεται πως θα είναι υποψή-  δε βρίσκουν απήχηση) ►Το λέει
                                 φιος Δήμαρχος.              η καρδιά του (= είναι τολμηρός,









                                                  117





       10-0102-16,5X23,5.indd   117                                                  19/11/2015   2:09:29 µµ
   113   114   115   116   117   118   119   120   121   122   123