Page 119 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 119
λεωφορείο
5. (μτβ.) προτείνω, συμβου- γενναίος) ►Αυτό να λέγεται (=
λεύω: ►Εγώ λέω να πάμε μια χωρίς αμφιβολία) ►Έχουμε και
βόλτα, για να ξεσκάσουμε. λέμε (= ας υπολογίσουμε)
6. (μτβ.) εξηγώ, αναλύω:
►Θέλω να μου πεις πώς λύνεται
αυτό το πρόβλημα στα μαθημα-
τικά.
λεωφορείο (το) αυτοκίνητο με μεγάλο αριθ- Σύνθ.: λεωφόρος, λεωφορειού-
(Ουσιαστικό, Ο32) μό θέσεων που μεταφέρει χος, λεωφορειόδρoμος
(λε-ω-φο-ρεί-ο, γεν. επιβάτες: ►Οι μαθητές επι- Οικογ. Λέξ.: λεωφόρος, λεωφο-
-ου, πληθ. -α) σκέφτηκαν το μουσείο με αστικό ρειακός
[λόγ. λεωφόρος λεωφορείο. Προσδιορ.: διαστημικό, υπερα-
< λεὼς (= λαὸς) + στικό, ηλεκτροκίνητο
φέρω]
λήψη (η) 1. το να παίρνει κανείς κάτι: Σύνθ.: δοσοληψία
(Ουσιαστικό, Ο28) ►Η λήψη μέτρων για την προ- Προσδιορ.: δορυφορική, τηλε-
(λή-ψη, γεν. -ης, στασία του περιβάλλοντος είναι οπτική, φωτογραφική, παγκό-
-εως, πληθ. -εις) απαραίτητη. σμια (2)
[αρχ. λῆψις < λαμ-
βάνω] 2. το να λαμβάνει μια κε-
ραία ραδιοφωνικό ή τη-
λεοπτικό σήμα και να το
στέλνει στη συσκευή που
λειτουργεί ως δέκτης: ►Δεν
είχαμε καλή λήψη εικόνας, επει-
δή επικρατούσαν άσχημες καιρι-
κές συνθήκες.
λιβάδι (το) έκταση γης που καλύπτεται Συνών.: βοσκοτόπι
(Ουσιαστικό, Ο36) από χλόη για τη βοσκή των Σύνθ.: λιβαδότοπος
(λι-βά-δι, γεν. ζώων, βοσκότοπος: ►Την Οικογ. Λέξ.: λιβαδίσιος
-ού, πληθ. -α) Άνοιξη τα λιβάδια είναι ανθι- Προσδιορ.: καταπράσινο, ανθι-
[μτγν. λιβάδιον (= σμένο, φυσικό, τεχνητό
υγρός τόπος), υπο- σμένα.
κορ. του αρχ. λιβὰς
(= πηγή)]
λιμάνι (το) 1. φυσική ή τεχνητή δια- Συνών.: σκάλα (1)
(Ουσιαστικό, Ο36) μόρφωση παραλίας ή Σύνθ.: λιμεναρχείο, λιμενοφύ-
(λι-μά-νι, γεν. όχθης ποταμού ή λίμνης λακας, μικρολίμανο
-ού, πληθ. -α) για την προστασία και το Οικογ. Λέξ.: λιμενικός, λιμενί-
[μτγν. λιμένιον, αγκυροβόλημα των πλοί- σκος
υποκορ. του αρχ.
λιμὴν] ων: ►Το καράβι έδεσε στο
118
10-0102-16,5X23,5.indd 118 19/11/2015 2:09:29 µµ

