Page 120 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 120

λόγος

                                 λιμάνι  λόγω  της  θαλασσοταρα-  Προσδιορ.:  φυσικό,  απάνεμο,
                                 χής.                        εμπορικό, διεθνές (1)
                                 2. (μτφ.) τόπος ή άνθρωπος
                                 στον  οποίο  αναζητεί  κα-
                                 νείς  ασφάλεια,  καταφύγιο:
                                 ►Βρήκε  στους  συγγενείς  του
                                 ένα λιμάνι γαλήνης και ηρεμίας.



                  λίπος (το)     το πάχος, το ξίγκι: ►Το κρέας  Οικογ. Λέξ.: λιπαίνω, λιπαρός,
                (Ουσιαστικό, Ο37)  από το γουρούνι είναι κάτασπρο   λιπαρότητα,  λίπανση,  λιπαντι-
               (λί-πος,  γεν.  -ους,  από το λίπος.          κός, λίπωμα, λιπώδης
               πληθ. -η)                                     Προσδιορ.:  ζωικό,  φυτικό,  μα-
               [αρχ. λίπος]                                  γειρικό
                   Προσοχή!
               τα λίπη – η λύπη –
               αυτός λείπει


                    λιώνω        1.  (μτβ.)  μεταβάλλω  ένα  Συνών.: υγροποιώ, ρευστοποιώ,
                   (Ρήμα, Ρ1)    στερεό σώμα σε υγρό με τη   διαλύω (1)
               (ενεστ.  λιώ-νω,  αόρ.   βοήθεια θερμότητας ή με τη   Οικογ. Λέξ.: λιώμα, λιώσιμο
               έλιωσα,  παθ.  αόρ.   διάλυση:  ►Ο ήλιος έλιωσε το
               λιώθηκα,  παθ.  μτχ.
               λιωμένος)         χιόνι στα βουνά.
               [αρχ.  λειῶ (= κάνω   2.  (αμτβ.)  (μτφ.)  κουράζο-
               κάτι λείο) < λεῖος]  μαι, διαλύομαι: ►Έλιωσε από
                                 την κούραση της εβδομάδας.




                  λόγος (ο)      1.  ομιλία,  λαλιά:  ►Ο  λόγος  Σύνθ.:   λογοκρίνω,   λογοτε-
                (Ουσιαστικό, Ο14)  διαφοροποιεί  τον  άνθρωπο  από   χνία,   λογομαχία,   λογοφέρ-
               (λό-γος,  γεν.  -ου,   τα ζώα.                νω,   λογοδοτώ,   λογοπαί-
               πληθ. -οι)        2.  γλώσσα:  ►Χρησιμοποιεί   γνιο,   πρόλογος,   κατάλογος
               [αρχ.    λόγος  <  λέ-                        Οικογ.  Λέξ.:  λόγιος,  λογικός,
               γω]               στις ομιλίες του σωστό λόγο.  λογισμός
                                 3.   υπόσχεση,   εγγύηση:  Προσδιορ.: πανηγυρικός, εγκω-
                                 ►Έδωσα  τον  λόγο  μου  και  θα  μιαστικός, έντεχνος (1, 2)
                                 τον τηρήσω.                 Φράσεις: ►Δε μου πέφτει λόγος
                                 4. αιτία: ►Για ποιο λόγο δε μου   (= δεν ανακατεύομαι) ►Μασάω
                                 μιλάς;                      τα  λόγια  μου  (=  κρύβω  αυτό
                                                             που  θέλω  να  πω)  Παροιμ.:
                                                             ►Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο
                                                             λόγο μην πεις





                                                  119





       10-0102-16,5X23,5.indd   119                                                  19/11/2015   2:09:29 µµ
   115   116   117   118   119   120   121   122   123   124   125