Page 121 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 121

λογοτεχνία

                   λογοτεχνία (η)   1.  ο  καλλιεργημένος  γρα-  Συνών: γραμματεία (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  πτός  λόγος  που  προσφέρει   Σύνθ.: παραλογοτεχνία
                  (λο-γο-τε-χνί-α)  στον αναγνώστη αισθητική    Οικογ. Λέξ.: λογοτέχνης, λογο-
                  [μεσν. λογοτεχνία]  απόλαυση:  ►Έχει  διαβάσει   τεχνικός, λογοτέχνημα
                                    πολλά  βιβλία  λογοτεχνίας  στη   Προσδιορ.: κλασική, παγκό-
                                                                σμια, ευρωπαϊκή, νεοελληνική,
                                    ζωή του.                    αρχαία, παραδοσιακή, σύγχρο-
                                    2.  όλα  τα  λογοτεχνικά    νη, παιδική (1, 2)
                                    έργα  μιας  εποχής,  μιας
                                    χώρας  ή  ενός  είδους:  ►Ο
                                    «Ερωτόκριτος» είναι ένα από τα
                                    πρώτα σημαντικά έργα της νεο-
                                    ελληνικής λογοτεχνίας.


                       λύνω         1.  (μτβ.)  ξεδένω:  ►Έλυσε  τα  Αντίθ.: δένω (1)
                      (Ρήμα, Ρ1)    κορδόνια των παπουτσιών του.   Σύνθ.:  αναλύω,  καταλύω,  δια-
                  (λύ-νω,  αόρ.  έλυσα,  2. (μτβ.) ελευθερώνω, απαλ-  λύω, παραλύω, επιλύω, απολύω,
                  παθ.  αόρ.  λύθηκα,   λάσσω  κάποιον  από  τα  δε-  ξεδιαλύνω
                  παθ. μτχ. λυμένος)  σμά:  ►Έλυσε  τα  άλογα  και  τα   Οικογ. Λέξ.: λύση, λύσιμο,  λύ-
                  [αρχ. λύω]        άφησε να βοσκήσουν στο λιβάδι.  της, λυτός, λύτρα (τα), λυτρώνω
                                    3.  (μτβ.)  καταργώ,  ακυρώ-  Φράσεις:  ►Λύνω  και  δένω
                                                                (=  κάνω  ό,τι  θέλω)  ►Λύθηκα
                                    νω:  ►Έλυσαν  τη  συμφωνία  στα  γέλια  (=  γέλασα  πολύ)
                                    τους για την αγορά του αυτοκι-  ►Λύθηκαν  τα  γόνατά  μου
                                    νήτου.                      (=  παράλυσα  από  τον  φόβο)
                                                                ►Λύνω  τη  σιωπή  μου  (=  απο-
                                                                φασίζω να μιλήσω)




                      λύπη (η)      1.   έντονο   συναίσθημα,  Αντίθ.: χαρά
                   (Ουσιαστικό, Ο25)  ψυχικός   πόνος,   θλίψη:   Συνών: οδύνη (1), λύπηση (2)
                  (λύ-πη)           ►Αισθάνθηκε μεγάλη λύπη για   Σύνθ.: περίλυπος
                  [αρχ. λύπη]       τον άδικο χαμό του φίλου του.  Οικογ.  Λέξ.:  λυπώ,  λυπάμαι,
                                    2. συμπόνια και οίκτος για   λυπηρός, λύπηση, λυπητερός
                                                                Προσδιορ.: αβάσταχτη,  βαθιά,
                                    κάποιον:   ►Νιώθει  μεγάλη   πραγματική (1, 2)
                                    λύπη για τους φτωχούς και τους
                                    αδικημένους.













                                                    120





       10-0102-16,5X23,5.indd   120                                                  19/11/2015   2:09:29 µµ
   116   117   118   119   120   121   122   123   124   125   126