Page 122 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 122
λύρα
λύρα (η) αρχαίο αλλά και σύγχρονο Οικογ. Λέξ.: λυράρης, λυριτζής,
(Ουσιαστικό, Ο19) έγχορδο μουσικό όργανο: λυρικός, λυρισμός
(λύ-ρα) ►Η λύρα είναι το παραδοσιακό Προσδιορ.: κρητική, ποντιακή
[αρχ. λύρα] μουσικό όργανο της Κρήτης και
Προσοχή! του Πόντου.
►η λύρα (= το μου-
σικό όργανο) ►η
λίρα (= το νόμισμα)
121
10-0102-16,5X23,5.indd 121 19/11/2015 2:09:30 µµ

