Page 123 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 123
μαγνήτης (ο) 1. είδος ορυκτού σιδήρου Σύνθ.: μαγνητόφωνο, ηλεκτρο-
(Ουσιαστικό, Ο5) που έχει την ιδιότητα να μαγνήτης
(μα-γνή-της) έλκει μέταλλα: ►Μάζεψε τις Οικογ. Λέξ.: μαγνητίζω, μαγνη-
[μεσν. < αρχ. επίθ. καρφίτσες με ένα μαγνήτη. τικός, μαγνητισμός
μαγνῆτις (λίθος)] 2. (μτφ.) καθετί που τραβάει Προσδιορ.: ορυκτός, φυσικός,
την προσοχή και γοητεύει: τεχνητός, ισχυρός (1)
►Οι ταινίες κινούμενων σχεδί-
ων είναι μαγνήτης για τα παιδιά.
μάζα (η) 1. (φυσ.) η ποσότητα της Οικογ. Λέξ.: μαζί, μαζικός, μα-
(Ουσιαστικό, Ο19) ύλης που περιέχεται σ’ ένα ζικά (επίρρ.), μαζικότητα, μα-
(μά-ζα, γεν. -ας, σώμα: ►Πρόκειται για ένα ζεύω, μάζεμα, μάζωμα
πληθ. -ες, γεν. -ών) σώμα με μάζα διακοσίων γραμ- Προσδιορ.: άμορφη (1), άβου-
[αρχ. μάζα < μάσ- μαρίων. λη, λαϊκή (2)
σω] 2. πλήθος κόσμου, λαός: ►Ο
λόγος του συγκινεί τις μάζες.
μάθηση (η) η σταδιακή απόκτηση γνώ- Οικογ. Λέξ.: μαθαίνω, μάθημα,
(Ουσιαστικό, Ο28) σεων και η ανάπτυξη δεξι- μαθητής
(μά-θη-ση, γεν. -ης, οτήτων με συστηματική με- Προσδιορ.: δημιουργική, γόνι-
-ήσεως, πληθ. -ήσεις) λέτη και άσκηση: ►Η μάθη- μη, εποικοδομητική
[λόγ. < αρχ. μάθη- ση συνεχίζεται σε ολόκληρη τη
σις < μανθάνω] ζωή του ανθρώπου.
122
10-0102-16,5X23,5.indd 122 19/11/2015 2:09:30 µµ

