Page 124 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 124
μαντεύω
μαίνομαι 1. (αμτβ.) είμαι γεμάτος Συνών: οργίζομαι (1)
(Ρήμα) οργή, κάνω σαν τρελός: Οικογ. Λέξ.: μανία
(ενεστ. μαί-νο-μαι, ►Μπήκε μαινόμενος στο γρα-
παρατ. μαινόμουν, φείο και άρχισε να φωνάζει δυ-
παθ. μτχ. μαινόμε- νατά.
νος) 2. (αμτβ.) (μτφ.) εκδηλώ-
[αρχ. μαίνομαι] νομαι με μεγάλη ορμή και
ένταση: ►Η πυρκαγιά μαίνεται
ανεξέλεγκτη στο δάσος από το
πρωί.
μακρύς, -ιά, -ύ 1. που έχει μεγάλο μήκος: Αντίθ.: κοντός (1), σύντομος (2)
(Επίθετο, Ε6, άψυχα) ►Φοράει πάντα μια μακριά φού- Συνών.: παρατεταμένος, μα-
(μα-κρύς, γεν. -ιού, στα. κρόχρονος (2)
-ιάς, -ιού, πληθ. -ιοί, 2. που έχει μεγάλη διάρ- Σύνθ.: μακρόστενος, μακροπρό-
-ιές, -ιά) κεια: ►Οι μακριές χειμωνιάτι- θεσμος, ξέμακρος
[μεσν. < αρχ. μα- κες νύχτες δεν περνούσαν ποτέ Οικογ. Λέξ.: μακραίνω, μακριά
κρὸς] (επίρρ.)
εύκολα.
μανία (η) 1. ψυχική και πνευματική Συνών.: παραφροσύνη, τρέλα
(Ουσιαστικό, Ο19) διαταραχή: ►Πάσχει από μα- (1)
(μα-νί-α, γεν. -ας, νία καταδίωξης. Σύνθ.: μεγαλομανία, μυθομα-
πληθ. -ες, γεν. -ιών) 2. έντονο πάθος για κάτι: νία, ξενομανία
[αρχ. μανία < μαί- ►Έχει μεγάλη μανία με το ψά- Οικογ. Λέξ.: μανιάζω, μανιώ-
νομαι] ρεμα. δης, μανιακός
Προσδιορ.: αγοραστική, κατα-
3. μεγάλη οργή, βιαιότητα: ναλωτική, ασυγκράτητη (2)
►Ο εχθρός πολεμούσε με φοβε- Φράσεις: ►Γίνομαι πυρ και
ρή μανία. μανία (= γίνομαι έξω φρενών,
4. πολύ μεγάλη ένταση, θυμώνω πολύ)
ορμή: ►Η βάρκα δεν άντεξε στη
μανία του αέρα.
μαντεύω 1. (μτβ.) προβλέπω όσα πρό- Συνών.: προφητεύω, χρησμοδο-
(Ρήμα, Ρ2) κειται να συμβούν στο μέλ- τώ, προλέγω (1)
(ενεστ. μα-ντεύ-ω, λον: ►Υποστηρίζει ότι μπορεί Οικογ. Λέξ.: μάντης, μαντεία,
αόρ. μάντεψα) να μαντέψει το μέλλον. μαντείο, μαντική, μάντεμα
[αρχ. μαντεύομαι < 2. (μτβ.) συμπεραίνω, πιθα-
μάντις] νολογώ: ►Μπορείτε να μαντέ-
ψετε αυτό που ακολούθησε ύστε-
ρα από μια τέτοια ομιλία.
123
10-0102-16,5X23,5.indd 123 19/11/2015 2:09:30 µµ

