Page 125 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 125
μάρτυρας
μάρτυρας (ο, η) 1. το πρόσωπο που είναι Σύνθ.: εθνομάρτυρας, πρωτο-
(Ουσιαστικό, Ο3) παρών σ’ ένα γεγονός: μάρτυρας, ψευδομάρτυρας
(μάρ-τυ-ρας, γεν. ►Ήμουνα μάρτυρας σ’ ένα φο- Οικογ. Λέξ.: μαρτυρώ, μαρτυ-
-α, -ος, πληθ. -ες) βερό ατύχημα. ρία, μαρτύριο, μαρτυρικός
[μεσν. < αρχ. μάρ- 2. αυτός που καταθέτει σε Προσδιορ.: αναξιόπιστος, αυτή-
τυς] δικαστήριο για ορισμένη κοος, αυτόπτης (1, 2), ύποπτος
υπόθεση: ►Ο μάρτυρας απά- (2)
ντησε στις ερωτήσεις των δικα- Φράσ.: ►Μάρτυς μου ο Θεός
(= για επιβεβαίωση της ειλικρί-
στών. νειάς μου)
3. όποιος βασανίστηκε ή θα-
νατώθηκε για τη θρησκευτι-
κή του πίστη ή δεινοπάθησε
για την ιδεολογία του: ►Ο
Άγιος Στέφανος είναι ένας από
τους μάρτυρες της χριστιανικής
θρησκείας.
μάταιος, -η, -ο που δε φέρνει αποτέλεσμα, Συνών.: χαμένος, περιττός
(Επίθετο, Ε2, άψυχα) άσκοπος, ανώφελος: ►Οι Σύνθ.: ματαιόδοξος, ματαιοπο-
(μά-ται-ος) προσπάθειες που έκανε ήταν νία
[αρχ. μάταιος < όλες μάταιες. Οικογ. Λέξ.: μάταια (επίρρ.),
μάτην (= μάταιος ματαίως (επίρρ.), ματαιώνω, μα-
ταίωση, ματαιότητα
κόπος)] Προσδιοριζ.: αγώνας, θυσία,
αναζήτηση, λόγος, κόπος
Φράσεις: ►Επί ματαίῳ (= χω-
ρίς σκοπό ή προοπτική)
μάτι (το) 1. το όργανο της όρασης, ο Συνών.: βασκανιά (2)
(Ουσιαστικό, Ο36) οφθαλμός: ►Έχει πράσινα Σύνθ.: γαλανομάτης, πονόμα-
(μά-τι, γεν. -ού, μάτια. τος, κατάματα, ανοιχτομάτης
πληθ. -α) 2. μάτιασμα: ►Έβαλε φυλα- Οικογ. Λέξ.: ματάκι, ματιά, μα-
τιάζω, μάτιασμα
[μεσν. μάτιν < αρχ. χτό, για να μην τον πιάνει το Προσδιορ.: άγρυπνο (1)
ὀμμάτιον] μάτι. Φράσεις: ►Τα μάτια σου δεκα-
3. (μτφ.) οι οφθαλμοί των τέσσερα (= να είσαι προσεκτι-
βλαστών στα φυτά: ►Αφήνει κός) ►Δεν πιστεύω στα μάτια
σε κάθε κλωνάρι και από ένα μου (= για έντονη έκπληξη)
μάτι.
μάχη (η) 1. ένοπλη σύγκρουση δύο Συνών.: συμπλοκή, σύρραξη (1),
(Ουσιαστικό, Ο25) στρατών: ►Η μάχη του αγώνας (2)
(μά-χη, γεν. -ης, Μαραθώνα έγινε το 490 π.Χ. Σύνθ.: αερομαχία, γιγαντομα-
πληθ. -ες, γεν. -ών) 2. έντονη προσπάθεια για χία, λογομαχία, ναυμαχία
[αρχ. μάχη < μά- την επιτυχία ενός σκοπού: Προσδιορ.: αμφίρροπη, ένδοξη,
χομαι] ►Όλοι πρέπει να δώσουμε τη ιστορική, ομηρική (1)
μάχη για καλύτερη παιδεία. Οικογ. Λέξ.: μάχομαι, μαχητής,
μάχιμος, μαχητικότητα
124
10-0102-16,5X23,5.indd 124 19/11/2015 2:09:30 µµ

