Page 126 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 126
μέθοδος
μεγάλος, -η, -ο 1. αυτός που έχει μεγαλύ- Αντίθ.: μικρός (1, 2, 3)
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα τερες διαστάσεις από τις Συνών.: υπέρμετρος (1), γέρος
και άψυχα) συνηθισμένες: ►Μένει σ’ ένα (2), σημαντικός, αξιόλογος (3)
(με-γά-λος) πολύ μεγάλο σπίτι. Σύνθ.: μεγαλοπρεπής, μεγαλό-
[μεσν. μεγάλος < 2. ενήλικος, ηλικιωμένος: ψυχος
αρχ. μέγας] Οικογ. Λέξ.: μεγαλώνω, μεγά-
►Πρέπει να σεβόμαστε τους με- λωμα, μεγαλοσύνη, μεγαλείο
γάλους. Προσδιοριζ.: απώλεια, δαπάνη,
3. ισχυρός, δυνατός, διάση- ενδιαφέρον, έκπληξη (1)
μος, σπουδαίος, ένδοξος: Φράσεις: ►Μεγάλη Εβδομάδα
►Ο Φλέμιγκ υπήρξε μεγάλος (= η Εβδομάδα των Παθών του
επιστήμονας. Χριστού)
μέγεθος (το) η έκταση και ο όγκος ενός Οικογ. Λέξ.: μεγεθύνω, μεγέ-
(Ουσιαστικό, Ο38) πράγματος: ►Τακτοποίησε τα θυνση, μεγεθυντικός
(μέ-γε-θος, γεν. βιβλία του κατά μέγεθος. Προσδιορ.: οικονομικό, ποιοτι-
-έθους, πληθ. -έθη) κό
[αρχ. μέγεθος < μέ-
γας]
μέθοδος (η) 1. έρευνα ή εξέταση ενός Συνών.: σύστημα, μεθοδολογία
(Ουσιαστικό, Ο29) ζητήματος με βάση ορισμέ- (1), τρόπος, διαδικασία (2)
(μέ-θο-δος, γεν. νους κανόνες: ►Στο μάθημα Σύνθ.: μεθοδολογία
-όδου, πληθ. -οι) της Φυσικής χρησιμοποιούμε, Οικογ. Λέξ.: μεθοδεύω, μεθοδι-
[αρχ. μέθοδος < κυρίως, την πειραματική μέθο- κός, μεθοδικότητα
μετὰ + ὁδὸς] Προσδιορ.: αποδεικτική, επι-
δο. στημονική (1), αναλυτική, συν-
2. ο συστηματικός τρόπος θετική, εργαστηριακή, διπλω-
που ακολουθούμε, για να ματική (2)
φτάσουμε σε ένα ορισμέ-
νο αποτέλεσμα: ►Ακολουθεί
πολύ καλή μέθοδο στο διάβα-
σμα που κάνει για τις εξετάσεις.
3. (μαθημ.) τρόπος λύσης
ορισμένων προβλημάτων:
►Το πρόβλημα αυτό λύνεται
εύκολα με τη μέθοδο αναγωγής
στη μονάδα.
125
10-0102-16,5X23,5.indd 125 19/11/2015 2:09:30 µµ

