Page 127 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 127
μεθώ
μεθώ 1. (αμτβ.) θολώνει το μυαλό Συνών.: μεθοκοπώ (1)
(Ρήμα, Ρ5) μου από υπερβολική κατα- Οικογ. Λέξ.: μέθη, μέθυσος, με-
(ενεστ. με-θώ, αόρ. νάλωση οινοπνευματώδους θύσι, μεθύστακας
μέθυσα, παθ. μτχ. ποτού: ►Μέθυσε και δεν μπο- Παροιμ.: ►Του μεθυσμένου και
μεθυσμένος) ρούσε να γυρίσει στο σπίτι του. τα φρόνιμα λόγια τα παίρνει ο
[μεσν. < αρχ. με- 2. (μτβ.) (μτφ.) προκαλώ άνεμος
θύω < μέθυ] έντονα συναι σθήματα εν-
θουσιασμού και ευχαρίστη-
σης: ►Η νίκη της ομάδας μέθυ-
σε τους φιλάθλους της.
μειονότητα (η) ομάδα πολιτών ενός κρά- Αντίθ.: πλειονότητα
(Ουσιαστικό, Ο22) τους που διαφέρει ως προς Οικογ. Λέξ.: μειονοτικός
(μει-ο-νό-τη-τα, γεν. την καταγωγή, τη γλώσσα Προσδιορ.: εθνική, γλωσσική,
-ας, πληθ. -ες, γεν. ή τη θρησκεία από τον υπό- θρησκευτική, κοινωνική
-ήτων) λοιπο πληθυσμό: ►Η ελλη-
[λόγ. μειονότη- νική μειονότητα της Αλβανίας
τα < μείων, με-
ταφρ. δάν. γαλλ. έχει μία μεγάλη πολιτιστική
minorité] παράδοση.
μελετώ 1. (μτβ.) προσπαθώ να μάθω Συνών.: προτίθεμαι (2)
(Ρήμα, Ρ5) κάτι με διάβασμα ή με Σύνθ.: καλομελετώ
(ενεστ. με-λε-τώ, αόρ. άσκηση: ►Μελετώ τα μαθή- Οικογ. Λέξ.: μελέτη, μελετητής,
μελέτησα, παθ. αόρ. ματά μου για πολλές ώρες την μελετηρός
μελετήθηκα, παθ. ημέρα. Παροιμ.: ►Καλομελέτα κι έρ-
μτχ. μελετημένος) 2. (μτβ.) σκοπεύω να κάνω χεται
[αρχ. μελετῶ < μέ-
λει] κάτι: ►Τι μελετάς να σπουδά-
σεις;
3. (μτβ.) εξετάζω με κάθε λε-
πτομέρεια, ερευνώ: ►Οι με-
τεωρολόγοι μελετούν τα καιρικά
φαινόμενα.
μέρος (το) 1. το τμήμα από ένα σύ- Συνών: κομμάτι, υποδιαίρεση
(Oυσιαστικό, Ο37) νολο: ►Κάθε μήνα καταθέτει (1)
(μέ-ρος, γεν. -ους, ένα μέρος του μισθού του στην Σύνθ.: απόμερος, παράμερος,
πληθ. -η) Τράπεζα. παράμερα (επίρρ.), μεροληπτώ
[αρχ. μέρος < μεί- 2. τόπος, περιοχή: ►Η ιδιαί- Οικογ. Λέξ.: μεριά, μερίδα, με-
ρομαι (= μοιράζω)] τερη πατρίδα μου είναι το κα- ρίδιο, μέρισμα, μερικός, μερτικό
ταλληλότερο μέρος για ηρεμία
και ξεκούραση.
126
10-0102-16,5X23,5.indd 126 19/11/2015 2:09:30 µµ

