Page 128 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 128

μετανιώνω

                                 3. (γραμμ.) (μέρη του λόγου)   Προσδιορ.:  αναπόσπαστο  (1),
                                 καθεμιά από τις κατηγορίες  γνώριμο  (1,  2),  κλιτό  (γραμμ.)
                                 στις  οποίες  χωρίζονται    οι   (3),    ερημικό  (2),  κατάλληλο,
                                 λέξεις:  ►Τα  μέρη  του  λόγου   ιδανικό (1, 2)
                                 είναι άρθρο, ουσιαστικό, επίθετο,   Φράσεις:  ►Παίρνω  το  μέρος
                                 αντωνυμία, ρήμα, πρόθεση, σύν-  κάποιου  (=  τον  υποστηρίζω)
                                 δεσμος και  επιφώνημα.      ►Τι μέρος του λόγου είναι; (= τι
                                                             άνθρωπος είναι;)

                μεστός, -ή, -ό   1.    που  είναι  γεμάτος  και  Αντίθ.: άγουρος, αγίνωτος (2)
               (Επίθετο, Ε1, άψυχα)  πλήρης:  ►Ο  γραπτός    λόγος   Συνών.: μεστωμένος
               (με-στός)         που χρησιμοποιεί  είναι μεστός   Σύνθ.: κατάμεστος
               [αρχ. μεστὸς]     και σαφής.                  Οικογ.  Λέξ.:  μεστώνω,  μέστω-
                                 2.  ώριμος,  γινωμένος:  ►Τα    μα, μεστότητα
                                                             Προσδιοριζ: στάχυα (τα)
                                 σταφύλια  είναι  μεστά  και  ήδη
                                 έτοιμα για τρύγο.
                 μετακομίζω      1. (μτβ.) μεταφέρω την οικο-  Συνών.:  μετακινώ  (1),  μετοικώ
                   (Ρήμα, Ρ4)    σκευή μου από ένα σπίτι σε   (2)
               (ενεστ.  με-τα-κο-μί-  κάποιο άλλο: ►Μετακομίσαμε   Σύνθ.: διαμετακομίζω
               ζω,  αόρ.  μετακόμι-  τα  έπιπλα  στο  νέο  διαμέρισμα   Οικογ. Λέξ.: μετακόμιση
               σα)               που αγοράσαμε.
               [αρχ.  μετακομίζω]  2. (αμτβ.) αλλάζω κατοικία:
                                 ►Θα  μετακομίσουμε  από  την
                                 Αθήνα στη Θεσσαλονίκη.

                μετανάστευση     ατομική ή ομαδική μετακί-   Αντίθ.: επαναπατρισμός
                      (η)        νηση από την πατρική γη σε   Συνών.: αποδημία, ξενιτεμός
                (Ουσιαστικό, Ο28)  άλλο τόπο της ίδιας χώρας   Οικογ. Λέξ.: μετανάστης, μετα-
               (με-τα-νά-στευ-ση,   ή  σε  ξένη  χώρα  με  σκοπό   ναστεύω, μεταναστευτικός
               γεν. -ης, -εύσεως,   την εργασία: ►Η μετανάστευ-
               πληθ. -εύσεις, γεν.  ση στη Γερμανία κατά τη δεκαε-
               -εύσεων)          τία του ’60 άδειασε τα χωριά μας.
               [μεσν.   μετανά-
               στευσις  <  μετανα-
               στεύω]
                 μετανιώνω       1.  (αμτβ.)  αλλάζω  γνώμη  ή   Συνών.:  μεταμελούμαι (2)
                         (Ρήμα, Ρ1)  απόφαση: ►Τελικά μετάνιωσε  Οικογ.  Λέξ.:  μετανοώ,  μετά-
               (ενεστ.   με-τα-νιώ-  και δε θα ταξιδέψει αύριο με το   νοια, μετάνιωμα
               νω, αόρ. μετάνιωσα,  τρένο.
               παθ. μτχ. μετανιωμέ-  2. (αμτβ.)  λυπάμαι για κάτι
               νος)              που έκανα ή παρέλειψα να
               [μεσν. < αρχ. μετα-  κάνω:  ►Μετάνιωσε  για  όσα
               νοῶ]              είπε και μας ζήτησε συγγνώμη.




                                                  127





       10-0102-16,5X23,5.indd   127                                                  19/11/2015   2:09:30 µµ
   123   124   125   126   127   128   129   130   131   132   133