Page 129 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 129

μεταρρύθμιση

                   μεταρρύθμιση     το  σύνολο  των  αλλαγών  Συνών.: μετασχηματισμός, τρο-
                        (η)         και των βελτιώσεων σ’ ένα   ποποίηση, αναμόρφωση
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  κοινωνικό σύστημα, σ’ ένα   Οικογ. Λέξ.: μεταρρυθμίζω, με-
                  (με-ταρ-ρύθ-μι-ση,   νόμο ή θεσμό με στόχο την   ταρρυθμιστής,  μεταρρυθμιστι-
                  γεν. -ης, -ίσεως,   αλλαγή προς το καλύτερο:  κός
                  πληθ. -ίσεις, γεν.   ►Στο εκπαιδευτικό μας σύστημα   Προσδιορ.:  γλωσσική,  εκπαι-
                  -ίσεων)           έχουν γίνει αρκετές  μεταρρυθ-  δευτική,  θρησκευτική,  κοινω-
                  [μεσν. μεταρρύθ-                              νική,  πολιτική,  συνταγματική,
                  μισις < μεταρρυθ-  μίσεις.                    οικονομική
                  μίζω]

                    μεταφέρω        1.  (μτβ.)  φέρνω  κάποιον  ή  Συνών.: κουβαλώ (1)
                      (Ρήμα, Ρ1)    κάτι από έναν τόπο σε άλλο,   Φράσεις:  ►Μετέφερα  τα  εκλο-
                  (ενεστ.  με-τα-φέ-ρω,  μετακομίζω: ►Όταν πηγαίνω   γικά μου δικαιώματα (= ψηφίζω
                  αόρ.  μετέφερα,  παθ.   στο σχολείο, μεταφέρω τα βιβλία   σε  άλλο  μέρος)  ►Μετέφερε  το
                  αόρ.  μεταφέρθηκα,   μου στη σχολική τσάντα.   μάθημα (= θα εξεταστεί το επό-
                  παθ.  μτχ.  μεταφερ-  2.  (μτβ.)  μεταβιβάζω  χρή-  μενο εξάμηνο ή έτος) ►Το έργο
                  μένος)                                        μεταφέρθηκε στην τηλεόραση (=
                  [αρχ. μεταφέρω]   ματα ή ακίνητη περιουσία:   παίχτηκε)
                                    ►Μετέφερε τα χρήματα σε άλλο
                                    λογαριασμό.
                                    3. (μτβ.)  (μτφ.) μεταφράζω:
                                    ►Ο  Ι.  Κακριδής  μετέφερε  τον
                                    Όμηρο στη δημοτική.


                  μεταχειρίζομαι    1.  (μτβ.)    χρησιμοποιώ:  ►   Οικογ. Λέξ.: μεταχείριση, μετα-
                      (Ρήμα, Ρ4)    Μεταχειρίζεται το ταξί πολύ συ-  χειρισμένος
                  (ενεστ.  με-τα-χει-ρί-  χνά.
                  ζο-μαι, παθ. αόρ. με-  2.  (μτβ.)  συμπεριφέρομαι:
                  ταχειρίστηκα,  παθ.   ►Έμαθε να μεταχειρίζεται τους
                  μτχ.  μεταχειρισμέ-  άλλους με καλοσύνη και ευπρέ-
                  νος)
                  [αρχ.  μεταχειρίζο-  πεια.
                  μαι]
                   μετεωρολογία     η  επιστήμη  που  μελετά  τα  Οικογ. Λέξ.:  μετεωρολόγος, με-
                        (η)         ατμοσφαιρικά  φαινόμενα     τεωρολογικός
                   (Ουσιαστικό, Ο21)  και  αξιοποιεί  τα  επιστημο-
                  (με-τε-ω-ρο-λο-γί-α,  νικά  δεδομένα    στην  πρό-
                  γεν. -ας, πληθ. - )  γνωση του καιρού:
                  [λόγ.  < γαλλ.    ►Οι  προβλέψεις  της  μετεωρο-
                  meteorologie < αρχ.   λογίας είναι ιδιαίτερα  χρήσιμες
                  μετεωρολογία]     για τους αγρότες.






                                                    128





       10-0102-16,5X23,5.indd   128                                                  19/11/2015   2:09:30 µµ
   124   125   126   127   128   129   130   131   132   133   134