Page 130 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 130

μήνυμα

               μετριοφροσύνη  το να μην έχει κανείς μεγά-    Αντίθ.: έπαρση, αλαζονεία
                      (η)        λη  ιδέα  για  τον  εαυτό  του,    Συνών.: σεμνότητα
               (Ουσιαστικό, Ο25)  το να μην καυχιέται για τις   Οικογ. Λέξ.: μετριόφρων
               (με-τρι-ο-φρο-σύ-  ικανότητες  ή  τις  επιτυχί-
               νη, γεν. -ης, πληθ. - )   ες  του:  ►Από  μετριοφροσύνη
               [μτγν. μετριοφρο-  σπάνια  αναφέρει  τα  βιβλία  που
               σύνη < μετριό-
               φρων]             έγραψε.
                  μετρό (το)     υπόγειος  ηλεκτρικός  σιδη-
                (Ουσιαστικό, άκλ.)  ρόδρομος σε μεγάλη πόλη:
                    (με-τρό)     ►Το  μετρό  της  Αθήνας  έδωσε
               [λόγ. < γαλλ. metro  λύση  σε μεγάλο βαθμό στο κυ-
               < μητροπολιτικός]  κλοφοριακό  πρόβλημα  της  πό-
                                 λης.

                 μέτωπο (το)     1.  το  μέρος  του  προσώπου  Συνών:  κούτελο  (1),  πρόσοψη
                 (Ουσιαστικό, Ο34)  ανάμεσα στα μαλλιά και τα   (3)
               (μέ-τω-πο, γεν.   φρύδια:  ►Τον  ξεχώριζες  από   Σύνθ.: αντιμέτωπος,  πολυμέτω-
               -ώπου, πληθ. -α)  ένα μεγάλο σημάδι στο μέτωπο.  πος, διμέτωπος
               [αρχ. μέτωπον]    2.  (μτφ.)  η  πρώτη  γραμμή   Οικογ. Λέξ.: μετωπιαίος, μετω-
                                 στρατιωτικών  επιχειρήσε-   πικός
                                                             Προσδιορ.:  αρυτίδωτο,  ακηλί-
                                 ων σε καιρό πολέμου:        δωτο,  ρυτιδωμένο  (1),    οχυρω-
                                 ►Μετά  από  μεγάλες  μάχες  μένο (2)
                                 έσπασαν το μέτωπο του εχθρού  Φράσεις: ►Έχω καθαρό το μέ-
                                 και κατέλαβαν την περιοχή.    τωπό μου (= έχω καθαρή συνεί-
                                 3. το μπροστινό μέρος ενός   δηση)  ►Η  κατάρρευση  του  με-
                                 κτιρίου,  ενός  οικοπέδου:   τώπου (= η ήττα ενός στρατού)
                                 ►Η πολυκατοικία που μένουμε   ►Ανοίγω μέτωπο (= συγκρούο-
                                                             μαι )
                                 έχει μέτωπο προς την κεντρική
                                 πλατεία.
                 μήνυμα (το)     1. είδηση, πληροφορία που  Συνών.: άγγελμα, μαντάτο (1)
                (Ουσιαστικό, Ο40)  μεταβιβάζεται προφορικά ή   Σύνθ.: προμήνυμα
               (μή-νυ-μα, γεν.   γραπτά σε κάποιον που βρί-  Οικογ. Λέξ.: μηνώ,  μηνύω, μή-
               -ύματος, πληθ.    σκεται μακριά:              νυση, μηνυτής, μηνυτήριος
               –ύματα)           ►Ο  Φειδιππίδης  έφερε  στους   Προσδιορ.:  αντιπολεμικό,  χαρ-
               [αρχ. μήνυμα < μη-  Αθηναίους  το  μήνυμα  της  νί-  μόσυνο (1, 2), εγκάρδιο, διαφη-
               νύω]                                          μιστικό,  επίσημο,  πανηγυρικό
                                 κης.                        (1)
                                 2.  το  βαθύτερο  νόημα  που
                                 μεταδίδει  κάποιος  με  το
                                 έργο του σε άλλους: ►Η ται-
                                 νία  αυτή  περιέχει  αντιπολεμικά
                                 μηνύματα.





                                                  129





       10-0102-16,5X23,5.indd   129                                                  19/11/2015   2:09:30 µµ
   125   126   127   128   129   130   131   132   133   134   135