Page 131 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 131

μισθός

                     μισθός (ο)     η χρηματική αμοιβή για ερ-  Συνών.: αποδοχές, απολαβές
                   (Ουσιαστικό, Ο13)  γασία ενός μηνός: ►Οι εργα-  Σύνθ.:  άμισθος,  μισθοδοσία,  μι-
                  (μι-σθός)         ζόμενοι ζητούν αύξηση μισθών   σθολόγιο,  μισθοφόρος,  ημερομί-
                  [αρχ. μισθὸς]     και ημερομισθίων.           σθιο, υψηλόμισθος, ωρομίσθιος
                                                                Οικογ.  Λέξ.:  μισθώνω,  μίσθωμα,
                                                                μισθωτός, μισθωτήριο
                                                                Προσδιορ.: βασικός, μηνιαίος, συ-
                                                                ντάξιμος


                        μνημείο (το)  1. έργο αρχιτεκτονικό ή γλυ-  Οικογ.  Λέξ.:  μνήμα,  μνημεια-
                   (Ουσιαστικό, Ο32)  πτό, προορισμένο να τιμά ή   κός, μνημειώδης
                  (μνη-μεί-ο, γεν.   να θυμίζει κάποιο πρόσωπο   Προσδιορ.:  βυζαντινό,  διατη-
                                                                ρητέο,  αξιόλογο,  αρχαιολογικό
                  -ου, πληθ. -α, γεν.   ή  γεγονός:  ►Το  μνημείο  του   (1, 2)
                  -ων)              Άγνωστου  Στρατιώτη  βρίσκεται
                  [λόγ.  <  αρχ.  μνη-  στην  πλατεία  Συντάγματος  της
                  μεĩον < μνῆμα]    Αθήνας.
                                    1.  κτίσμα  με  αρχαιολογικό
                                    ή ιστορικό ενδιαφέρον που
                                    διασώθηκε από προγενέστε-
                                    ρη  εποχή:  ►Ο  Παρθενώνας
                                    είναι  ένα  λαμπρό  μνημείο  της
                                    ιστορίας μας.
                       μνήμη (η)    1.  η  ικανότητα  του  νου  να  Αντίθ.: αμνησία (1),  λησμονιά
                    (Ουσιαστικό, Ο25)  συγκρατεί  και  να  θυμάται  (2)
                  (μνή-μη,  γεν.  -ης,  κάποιος ό,τι βλέπει και μα-  Συνών:  μνημονικό,  θυμητικό
                  πληθ. -ες, γεν. - )   θαίνει: ►Θυμάται πολλές χρο-  (1)
                  [αρχ.  μνήμη  <  μι-  νολογίες, γιατί έχει γερή μνήμη.  Οικογ.  Λέξ.:  μνημονεύω,  μνη-
                  μνήσκω  (=  θυμί-  2.   θύμηση,   ανάμνηση:    μονικός
                  ζω)]              ►Πρόσφερε στο γηροκομείο ένα   Προσδιορ.:  αιώνια  (2),  κατα-
                                    χρηματικό ποσό στη μνήμη του   πληκτική,  αδύνατη,    εξασθενη-
                                    πατέρα του.                 μένη, επιλεκτική (1, 2)
                                    3.  τμήμα  του  υπολογιστή   Φράσεις: ►Μνήμη ελέφαντα (=
                                                                για πολύ καλή μνήμη) ►Αιωνία
                                    στο  οποίο    αποθηκεύονται   του η μνήμη (= για να θυμόμα-
                                    πληροφορίες: ►Η προσωρινή   στε και να τιμάμε κάποιο νεκρό)
                                    μνήμη  του  υπολογιστή  ονομά-
                                    ζεται RAM.

                      μοιάζω        1.  (μτβ.)  έχω  παρόμοια  χα-  Σύνθ.: παρομοιάζω
                      (Ρήμα, Ρ4)    ρακτηριστικά  με  κάποιον:  Οικογ. Λέξ.: όμοιος, ομοιότητα
                  (ενεστ. μοιά-ζω, αόρ.   ►Μοιάζει πολύ στη μητέρα του.
                  έμοιασα)          2. (μτβ.) δίνω την εντύπωση,
                  [μεσν.  μοιάζω  <  φαίνομαι:  ►Ο ποδοσφαιρικός
                  μτγν.  ομοιάζω  <  αγώνας  που  παρακολουθούμε
                  αρχ. ὅμοιος]      μοιάζει να έχει μεγάλο ενδιαφέ-
                                    ρον.



                                                    130





       10-0102-16,5X23,5.indd   130                                                  19/11/2015   2:09:30 µµ
   126   127   128   129   130   131   132   133   134   135   136