Page 132 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 132

μύθος

                  μοιράζω        1.  (μτβ.)  χωρίζω  κάτι  σε  Συνών.: διαμοιράζω, κατανέμω
                   (Ρήμα, Ρ4)    κομμάτια, τεμαχίζω, διανέ-  (1)
               (ενεστ.   μοι-ρά-ζω,   μω:  ►Μοίρασε  την  περιουσία  Σύνθ.: διαμοιράζω, ξαναμοιρά-
               αόρ.  μοίρασα,  παθ.  του στα δυο  παιδιά του.   ζω
               αόρ.   μοιράστηκα,  2.  (μτβ.)  (μτφ.)  σκορπίζω:   Οικογ.  Λέξ.:  μοιρασιά,  μοίρα-
               παθ.  μτχ.  μοιρασμέ-  ►Ο  υποψήφιος  μοιράζει  σε   σμα
               νος)              όλους υποσχέσεις.           Φράσεις: ►Δεν έχουμε να μοι-
               [μεσν.  μοιράζω  <   3.  (μτβ.)    (μέσ.)  παίρνω  με-  ράσουμε τίποτα (= δεν υπάρχει
               αρχ. μοιρῶ]       ρίδιο από τη μοιρασιά: ►Τα   λόγος να φιλονικούμε)
                                 παιδιά μοιράστηκαν τα χρήματα
                                 από τα κάλαντα.
                 μόλυνση (η)     1.  η  μετάδοση  μικροβίων  Οικογ. Λέξ.: μολύνω,  μολυσμα-
               (Ουσιαστικό, Ο28)  που  μπορούν  να  προκαλέ-  τικός, μολυσμένος
               (μό-λυν-ση, γεν.   σουν  ασθένειες  σε  ζωντα-
               -ης, -ύνσεως, πληθ.   νούς οργανισμούς:
               -ύνσεις)          ►Τα  σκουπίδια  στους  δρόμους
               [μτγν. μόλυνσις]  αποτελούν εστίες μόλυνσης για
                                 τους κατοίκους της περιοχής.
                                 2.  η  ρύπανση  του  περιβάλ-
                                 λοντος  από  βλαβερές  ουσί-
                                 ες: ► Η μόλυνση της ατμόσφαι-
                                 ρας  οφείλεται  και  στον  μεγάλο
                                 αριθμό αυτοκινήτων.
                  μορφώνω        (μτβ.)  βελτιώνω  κάποιον  Σύνθ.: επιμορφώνω, αναμορφώ-
                   (Ρήμα, Ρ1)    πνευματικά  και  ηθικά  με  νω, διαμορφώνω, συμμορφώνω,
               (ενεστ.  μορ-φώ-νω,  νέες  γνώσεις  που  παρέχο-  μεταμορφώνω
               αόρ.  μόρφωσα,  παθ.   νται  συνήθως  στο  σχολείο:   Οικογ.  Λέξ.:  μορφή,  μόρφωση,
               αόρ.   μορφώθηκα,   ►Αγωνίστηκε με κάθε τρόπο να   μορφωτικός
               παθ.  μτχ.  μορφωμέ-  μορφώσει τα παιδιά του.
               νος)
               [μτγν. μορφῶ <
               αρχ. μορφὴ]
                  μύθος (ο)      1. φανταστική διήγηση που  Συνών.: παραμύθι (1)
                (Ουσιαστικό, Ο14)  αναφέρεται  κυρίως  σε  θε-  Σύνθ.:  μυθιστόρημα,  μυθολο-
               (μύ-θος)          ούς  και  ήρωες  και  μεταδί-  γία, παραμύθι
               [λόγ. < αρχ. μῦθος]  δεται  συνήθως  προφορικά   Οικογ. Λέξ.: μυθικός, μύθευμα,
                                 από  γενιά  σε  γενιά:  ►Στα   μυθώδης
                                 παιδιά αρέσουν ιδιαίτερα οι μύ-  Προσδιορ.:  έμμετρος,  αλληγο-
                                                             ρικός,  παροιμιώδης,  παιδαγω-
                                 θοι του Αισώπου.            γικός, αισώπειος (1)
                                 2.  η  υπόθεση  κάθε  καλλιτε-
                                 χνικού  και  κυρίως  λογοτε-
                                 χνικού  έργου:  ►Στο  θεατρικό
                                 έργο που παρακολουθήσαμε μας
                                 εντυπωσίασε ιδιαίτερα η εξέλιξη
                                 του μύθου, που ήταν γεμάτη από
                                 εκπλήξεις.


                                                  131





       10-0102-16,5X23,5.indd   131                                                  19/11/2015   2:09:31 µµ
   127   128   129   130   131   132   133   134   135   136   137