Page 133 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 133
μυρίζω
μυρίζω 1. (μτβ.) αντιλαμβάνομαι με Συνών.: οσφραίνομαι οσμίζο-
(Ρήμα, Ρ4) την όσφρηση μια μυρωδιά: μαι (1), προαισθάνομαι, υπο-
(ενεστ. μυ-ρί-ζω, αόρ. ►Μύρισα στον κήπο το άρωμα πτεύομαι (3)
μύρισα, παθ. αόρ. των ρόδων. Οικογ. Λέξ.: μύρο
μυρίστηκα) 2. (αμτβ.) (απρόσ.) υπάρχει Φράσεις: ►Μυρίζει μπαρούτι
[μεσν. μυρίζω < μια ευχάριστη ή δυσάρεστη (= φαίνεται ότι μπορεί να ξε-
αρχ. μῦρον] σπάσει φασαρία, καβγάς)
μυρωδιά: ►Στ’ αλήθεια μυρί- Παροιμ. : ►Ο Φλεβάρης κι αν
ζει πολύ ωραία. φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει
3. (μτβ.) (μέσ.) υποψιάζο-
μαι, έχω προαίσθημα για
κάτι: ►Μυρίστηκα αμέσως ότι
κάτι μου κρύβεις.
μυστήριο (το) 1. μία από τις επτά ιερές Οικογ. Λέξ.: μυστήριος, μυστη-
(Ουσιαστικό, Ο34) τελετές των Χριστιανών, ριώδης, μυστικός, μυστικότητα
(μυ-στή-ρι-ο, γεν. με την οποία μεταδίδεται η Προσδιορ.: αδιευκρίνιστο, ανε-
-ίου, πληθ. -α) Θεία Χάρη: ►Τέλεσαν το μυ- ξερεύνητο, αξεδιάλυτο (1)
[αρχ. μυστήριον < στήριο της βάπτισης του παιδιού
μύστης < μύω] τους σ’ ένα γραφικό ξωκλήσι.
2. καθετί που είναι άγνω-
στο, ανεξήγητο ή ακατανό-
ητο: ►Η αστυνομία προσπαθεί
να λύσει το μυστήριο της εξαφά-
νισης του παιδιού.
132
10-0102-16,5X23,5.indd 132 19/11/2015 2:09:31 µµ

