Page 134 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 134
ναδίρ (το) 1. το σημείο στο οποίο η κα- Αντ.: ζενίθ (1, 2)
(Ουσιαστικό, άκλ.) τακόρυφη γραμμή που περ-
(να-δίρ) νάει από τον παρατηρητή,
[λόγ. < γαλλ. nadir] συναντά προς τα κάτω τον
ουράνιο θόλο: ►Το ναδίρ και
το ζενίθ βρίσκονται σε αντίθετη
κατεύθυνση.
2. το κατώτερο σημείο μιας
εξέλιξης, σε αντίθεση με το
ζενίθ: ►Η επίδοσή του βρέθηκε
ξαφνικά από το ζενίθ στο ναδίρ.
ναός (ο) το κτίριο, ο τόπος όπου συ- Συνών.: εκκλησία, Οίκος Θεού
(Ουσιαστικό, Ο13) γκεντρώνονται οι πιστοί Σύνθ.: πρόναος
(να-ός) μιας θρησκείας και τελούν Προσδιορ.: αφιερωμένος, ανα-
[αρχ. ναὸς < ναίω τη λατρεία τους: ►Ο ναός του στηλωμένος, ενοριακός, πάνσε-
(= κατοικώ)] Αγίου Σπυρίδωνα βρίσκεται στο πτος, περίστυλος
κέντρο της Κέρκυρας. Φράσεις: ►Ναός της Θέμιδος
(= το δικαστήριο)
ναύτης (ο) αυτός που εργάζεται σε Συνών: ναυτικός
(Ουσιαστικό, Ο5) πλοίο ή υπηρετεί τη θητεία Σύνθ.: ναυτεργάτης, ναυτοδι-
(ναύ-της, γεν. -η, του σ’ αυτό χωρίς να είναι κείο, πεζοναύτης, αστροναύτης,
πληθ. -ες, γεν. -ών) βαθμοφόρος: κοσμοναύτης
[αρχ. ναύτης < ►Στο πλοίο υπηρετούν τη θη- Οικογ. Λέξ.: ναυτικό, ναυτικός,
ναῦς (= πλοίο)] τεία τους δέκα ναύτες. ναυτιλία, ναυτιλιακός
Προσδιορ.: γενναίος, δόκιμος,
έφεδρος
133
10-0102-16,5X23,5.indd 133 19/11/2015 2:09:31 µµ

