Page 135 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 135

νερό
                     νερό (το)      1. υγρό άχρωμο, άοσμο και  Συνών.: ύδωρ (1)
                   (Ουσιαστικό, Ο31)  άγευστο, που είναι απαραί-  Σύνθ.: νεροποντή, χιονόνερο
                  (νε-ρό)           τητο για τη ζωή ανθρώπων,   Οικογ. Λέξ.: νερώνω, νερουλάς
                  [μεσν. νερὸν <    ζώων  και  φυτών:  ►Το  νερό   Προσδιορ.:  αποσταγμένο,  γλυ-
                  μτγν. νηρὸν < αρχ.                            φό, γάργαρο (1)
                  νεαρὸν]           της θάλασσας είναι αρμυρό.  Φράσεις: ►Πίνω νερό στ’ όνο-
                                    2. το νερό της βροχής, η βρο-  μά  του  (=  τον  εκτιμώ)  ►Βάζω
                                    χή:  ►Σήμερα έριξε πολύ νερό.  το  νερό  στ’  αυλάκι  (=  αρχί-
                                                                ζει  κάτι  να  λειτουργεί  σωστά)
                                                                ►Μια τρύπα στο νερό (= τίπο-
                                                                τε)  ►Βάζω  νερό  στο  κρασί  (=
                                                                μετριάζω)





                     νέφος (το)     1.  σύννεφο:  ►Τα  νέφη  συ-  Συνών.: νεφέλη (1)
                   (Ουσιαστικό, Ο37)  γκεντρώθηκαν στον ουρανό και   Σύνθ.: σύννεφο, νεφοσκεπής
                  (νέ-φος,  γεν.  -ους,  έφεραν δυνατή βροχή.   Οικογ.  Λέξ.:  νεφελώδης,  νεφέ-
                  πληθ. -η)         2.  δηλητηριώδες  σύννεφο   λωμα
                  [αρχ. νέφος]      από  καπνούς  και  αέρια:   Προσδιορ.:  ραδιενεργό,  φωτο-
                                    ►Το  νέφος  δημιουργεί  πολλά   χημικό (2)
                                    προβλήματα  στους  κατοίκους
                                    των μεγάλων πόλεων.


                       νικώ         1.  (μτβ.)  κερδίζω    τους  Αντίθ.: ηττώμαι (1, 2), χάνω (1)
                           (Ρήμα, Ρ5)  αντιπάλους  μου  σε  μάχη  ή   Συνών: επικρατώ (1),  επιβάλλο-
                  (ενεστ. νι-κώ, αόρ.   αγώνα:  ►Οι    Έλληνες  νίκη-  μαι (2)
                  νίκησα, παθ. αόρ.   σαν τους Πέρσες στη μάχη του   Σύνθ.: κατανικώ
                  νικήθηκα, παθ. μτχ.   Μαραθώνα.               Οικογ.  Λέξ.:  νίκη,  νικητής,  νι-
                  νικημένος)        2.  (μτβ.)  (μτφ.)  συγκρατώ,   κητήριος,  Νίκη, Νικήτας
                  [αρχ. νικῶ]                                   Φράσεις: ►Νικώ κατά  κράτος
                                    ελέγχω: ► Νίκησε το πάθος του   (= νικώ ολοκληρωτικά)
                                    για το κάπνισμα.



                      νιώθω         1.   (αμτβ.)   αισθάνομαι:  Συνών.: κατανοώ (3)
                      (Ρήμα, Ρ4)    ►Νιώθω πολύ καλά σήμερα.
                  (ενεστ.  νιώ-θω,  αόρ.  2.  (μτβ.)  συναισθάνομαι:
                  ένιωσα)           ►Ένιωσα  το  λάθος  μου  και  το
                  [μεσν. γνώθω <    διόρθωσα.
                  αρχ. γιγνώσκω]    3. (μτβ.) καταλαβαίνω, αντι-
                                    λαμβάνομαι:  ►Του μιλάς και
                                    δε νιώθει τι του λες.






                                                    134





       10-0102-16,5X23,5.indd   134                                                  19/11/2015   2:09:31 µµ
   130   131   132   133   134   135   136   137   138   139   140