Page 136 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 136

νόμος

                  νόημα (το)     1. σημασία, έννοια: ►Τα παι-  Οικογ. Λέξ.: νοώ, νους, νόηση,
                (Ουσιαστικό, Ο40)  διά κατάλαβαν το νόημα του ποι-  νοημοσύνη,  νοήμων,  νοηματι-
               (νό-η-μα, γεν. –ήμα-  ήματος.                 κός
               τος, πληθ. –ήματα)  2.  γνέψιμο,  νεύμα:  ►Τους   Προσδιορ.:  αινιγματικό,  αλλη-
               [αρχ. νόημα < νοῶ]  έκανε νόημα να φύγουν.    γορικό (1, 2), ασύλληπτο (1)

                νοημοσύνη (η)    η  πνευματική  ικανότητα  Συνών: ευφυΐα
               (Ουσιαστικό, Ο26)  του να καταλαβαίνει κανείς   Οικογ. Λέξ.: νοήμων
               (νο-η-μο-σύ-νη, γεν.  και  να  προσαρμόζεται    σε   Προσδιορ.:    ανώτερη,  συναι-
               -ης, πληθ. - )    νέες  καταστάσεις,  για  να   σθηματική,   χαμηλή,   υψηλή
               [< αρχ. νοήμων]   πετυχαίνει  τους  στόχους   Φράσεις:  ►Δείκτης  νοημοσύ-
                                 του: ►Οι μεγάλοι επιστήμονες   νης (= βαθμός ευφυΐας)
                                 διακρίνονται για την υψηλή νο-
                                 ημοσύνη τους.
                  νοικιάζω       1. (μτβ.) δίνω ένα χρηματι-  Συνών: μισθώνω (1), εκμισθώνω
                     (Ρήμα, Ρ4)  κό  ποσό,  για  να  χρησιμο-  (2)
               (ενεστ.  νοι-κιά-ζω,  ποιήσω  ένα  ακίνητο  ή  κά-  Οικογ.  Λέξ.:  ενοίκιο,  νοίκια-
               αόρ.  νοίκιασα,  παθ.  ποιο αντικείμενο: ►Νοίκιασε   σμα,  νοικάρης,  ενοικιαστής,
               αόρ.   νοικιάστηκα,   για δική του χρήση ένα μικρό δι-  ενοικιαστήριο,    ξενοίκιαστος,
               παθ. μτχ. νοικιασμέ-  αμέρισμα στο κέντρο της πόλης.   ανοίκιαστος
               νος)              2.  (μτβ.)  παίρνω  ένα  χρη-
               [μεσν.    νοικιάζω  <   ματικό ποσό, για ν’ αφήσω
               ελνστ. ἐνοικιάζω <   κάποιον  να  χρησιμοποιεί
               αρχ. ἐνοίκιον]    ένα  χώρο  ή  ένα  ακίνητο:
                                 ►Νοικιάζω δυο διαμερίσματα σε
                                 φοιτητές.

                  νόμος (ο)      1.  γραπτός  κανόνας  δι-   Συνών.:  νομοθέτημα,  θέσπισμα
                (Ουσιαστικό, Ο14)  καίου που ρυθμίζει τις σχέ-  (1), αρχή (2)
               (νό-μος)          σεις  των  πολιτών  μεταξύ   Σύνθ.:  νομοθέτης,  νομοσχέδιο,
               [αρχ. νόμος < νέμω  τους  και    με  την  πολιτεία:   νομομαθής,  νομοταγής,  άνο-
               (= μοιράζω)]      ►Ο νόμος αυτός αναφέρεται στα   μος, σύννομος, παράνομος
                   Προσοχή!      δικαιώματα των παιδιών.     Οικογ. Λέξ.: νόμιμα (επίρρ.), νό-
               νόμος  =  γραπτός   2. κανόνας που ρυθμίζει την   μιμος, νομιμότητα, νομικός
               κανόνας δικαίου   ανθρώπινη  συμπεριφορά:     Προσδιορ.:  άγραφος,  θείος  (2)
               νομός  = διοικητικό   ►Η  προστασία  της  ζωής  είναι   αντεργατικός, εκλογικός,  φορο-
               διαμέρισμα   κρά-  γι’ αυτόν βασικός νόμος και για   λογικός (1)
               τους                                          Φράσεις:  ►Παίρνω  τον  νόμο
                                 τον  λόγο  αυτόν  προσφέρει  τις   στα  χέρια  μου  (=  τιμωρώ  κά-
                                 υπηρεσίες του εθελοντικά σ’ ένα   ποιον με τον δικό μου τρόπο)
                                 Κέντρο  Περίθαλψης  Άγριων
                                 Ζώων.








                                                  135





       10-0102-16,5X23,5.indd   135                                                  19/11/2015   2:09:31 µµ
   131   132   133   134   135   136   137   138   139   140   141