Page 137 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 137

νομός

                                    3.  (μτφ.)  οι  αρχές,  η  αστυ-
                                    νομία,  τα  δικαστήρια:  ►Οι
                                    κλέφτες έπεσαν στην παγίδα του
                                    νόμου.
                                    4.  (στην  επιστήμη)  κάθε  θε-
                                    μελιώδης αρχή που προκύ-
                                    πτει  ύστερα  από  παρατή-
                                    ρηση  και  πείραμα  και  πε-
                                    ριγράφει τη λειτουργία του
                                    κόσμου  και  των  φυσικών
                                    φαινομένων:  ►Ο  νόμος  της
                                    παγκόσμιας έλξης είναι από τους
                                    βασικούς νόμους της Φυσικής.

                     νομός (ο)      καθένα από τα τμήματα στα  Σύνθ.: νομάρχης, νομαρχία
                   (Ουσιαστικό, Ο13)  οποία  χωρίζεται  διοικη-
                  (νο-μός)          τικά  ένα  κράτος,  το  οποίο
                  [νομὸς < αρχ. νέ-  διοικείται  από  τον  αιρετό
                  μω (= μοιράζω)]   νομάρχη:  ►Η  Θεσσαλία  απο-
                                    τελείται από τέσσερις νομούς.


                   νοσηρός -ή, -ό   1.  που μπορεί να προκαλέ-  Αντίθ.: υγιεινός (1),  υγιής (2)
                  (Επίθετο, Ε1, έμψυχα  σει  κάποια  αρρώστια:  ►Το   Συνών:  νοσογόνος,  παθογόνος
                  και άψυχα)        νοσηρό  κλίμα  αυτής  της  περι-  (1)
                  (νο-ση-ρός)       οχής  οφείλεται  στα  πολλά  έλη   Οικογ. Λέξ.: νόσος, νόσημα, νο-
                  [αρχ. νοσηρὸς < νό-  που υπάρχουν.            σηρότητα
                  σος]                                          Προσδιοριζ.:  κλίμα,  τόπος,  πε-
                                    2. αυτός που δεν είναι υγι-  ριβάλλον (1)
                                    ής, ο ασθενικός, ο φιλάσθε-
                                    νος:  ►Εμφανίζει  συμπτώματα
                                    που  δείχνουν  τη  νοσηρή  κατά-
                                    σταση του οργανισμού.


                  νόστιμος, -η, -ο  1.  που  έχει  ευχάριστη  γεύ-  Αντίθ.: άγευστος, άνοστος (1)
                  (Επίθετο, Ε2, έμψυχα  ση,  γευστικός:  ►  Μαγειρεύει    Συνών: εύγευστος (1)
                  και άψυχα)        πάντα πολύ νόστιμα φαγητά.   Οικογ.  Λέξ.:  νόστιμα  (επίρρ.),
                  (νό-στι-μος)      2.  (μτφ.)  που  είναι  ευχάρι-  νοστιμιά,  νοστιμάδα,  νοστιμί-
                  [αρχ.  νόστιμος    <   στος  ή  χαριτωμένος:  ►Μας   ζω, νοστιμεύω, νοστιμούλης
                  νόστος (= επιστρο-  διηγήθηκε μια νόστιμη ιστορία.   Προσδιοριζ.:  φαγητό  (1),  ιστο-
                  φή στην πατρίδα)]                             ρία (2)







                                                    136





       10-0102-16,5X23,5.indd   136                                                  19/11/2015   2:09:31 µµ
   132   133   134   135   136   137   138   139   140   141   142