Page 138 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 138
νύχτα
νότος (ο) 1. ένα από τα τέσσε- Αντίθ.: βορράς
(Ουσιαστικό, Ο14) ρα σημεία του ορίζοντα: Συνών.: νοτιά (1), όστρια (2)
(νό-τος, γεν. -ου, ►Ταξίδεψαν με το καράβι προς Οικογ. Λέξ.: νότια (επίρρ.), νο-
πληθ. - ) τον νότο. τιάς
[αρχ. νότος] 2. ο άνεμος που πνέει από
το σημείο αυτό: ►Ο νότος εί-
ναι πάντοτε πιο ζεστός από τον
βοριά.
ντύνω 1. (μτβ.) φορώ σε κάποιον Αντίθ.: γδύνω, ξεντύνω (1), γδύ-
(Ρήμα, Ρ1) ρούχα, βάζω κάλυμμα σε νομαι, ξεντύνομαι (2)
(ενεστ. ντύ-νω, αόρ. κάτι: ►Η μητέρα έντυσε το παι- Σύνθ.: ξεντύνω
έντυσα, παθ. αόρ. δί με τα καλά ρούχα του, για να Οικογ. Λέξ.: ένδυμα, ντύμα, εν-
ντύθηκα, παθ. μτχ. πάει στην παρέλαση. δυμασία, ντύσιμο
ντυμένος)
[μεσν. ντύνω < 2. (αμτβ.) (μέσ.) φορώ ο ίδιος
αρχ. ἐνδύω] ρούχα, ενδύματα: ►Ντύνεται
πάντα πολύ προσεγμένα.
νύξη (η) 1. επιφανειακή αναφορά σε Σύνθ.: κατάνυξη
(Ουσιαστικό, Ο27) κάτι χωρίς λεπτομέρειες: Προσδιορ.: σαφής, προσβλητι-
(νύ-ξη, γεν. -ης, ►Έκανε μια πρώτη νύξη στον κή (2)
-εως, πληθ. -εις) διευθυντή του για αύξηση του
[αρχ. νύξις < νύσ- μισθού.
σω (= κεντώ, τρυ- 2. υπαινιγμός, υπονοούμε-
πώ)]
νο: ►Του έκανε συγκεκριμένη
νύξη σχετικά με το θέμα που εί-
χαν ξανασυζητήσει.
νύχτα (η) το χρονικό διάστημα από Αντίθ.: ημέρα
(Ουσιαστικό, Ο19) τη δύση ως την ανατολή του Σύνθ.: νυχτόβιος, νυχτοφύλα-
(νύ-χτα) ηλίου: ►Στις 21 Ιουνίου έχου- κας, μερόνυχτο, μεσάνυχτα
[αρχ. νῦξ, νυκτὸς] με την πιο σύντομη νύχτα του Οικογ. Λέξ.: νυχτερινός, νυχτε-
χρόνου. ρίδα, νυχτιάτικα (επίρρ.), νυχτι-
κό, νυχτώνω
Προσδιορ.: άγια, μαγευτική,
μαύρη
Φράσεις: ►Η μέρα με τη νύχτα
(= για μεγάλη διαφορά) ►Μέρα
νύχτα (= συνεχώς) ►Όνειρο
θερινής νυκτός (= για κάτι το
απραγματοποίητο) ►Κάνω τη
νύχτα μέρα (= δουλεύω αστα-
μάτητα)
137
10-0102-16,5X23,5.indd 137 19/11/2015 2:09:31 µµ

