Page 139 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 139
νωπός
νωπός, -ή, -ό 1. φρέσκος: ►Μαγειρέψαμε Αντίθ.: συντηρημένος, κατε-
(Επίθετο, Ε1, άψυχα) νωπά ψάρια. ψυγμένος (1)
(νω-πός) 2. (μτφ.) πρόσφατος: ►Είναι Σύνθ.: νωπογραφία
[μεσν. νεωπὸς] νωπά τα λόγια του στ’ αυτιά μου. Προσδιοριζ.: κρέας, φρούτα,
λαχανικά (1), αναμνήσεις (2)
138
10-0102-16,5X23,5.indd 138 19/11/2015 2:09:31 µµ

