Page 140 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 140
ξαφνιάζω (μτβ.) προκαλώ σε κάποιον Οικογ. Λέξ.: ξάφνιασμα, ξαφνι-
(Ρήμα, Ρ4) έκπληξη ή φόβο: ►Μας ξάφ- κός, ξαφνικά (επίρρ.)
(ενεστ. ξαφ-νιά-ζω, νιασε η απόφασή του να φύγει
αόρ. ξάφνιασα, παθ. στο εξωτερικό.
αόρ. ξαφνιάστηκα,
παθ. μτχ. ξαφνια-
σμένος)
[μεσν. ξαφνίζω <
ἐξαφνίζω < ἔξα-
φνα]
ξενιτιά (η) η ξένη χώρα, η διαμονή Συνών.: αλλοδαπή, ξένα (τα),
(Ουσιαστικό, Ο18) σε ξένο τόπο: ►Έζησε πολλά αποδημία
(ξε-νι-τιά, γεν. χρόνια στην ξενιτιά. Οικογ. Λέξ.: ξενιτεύομαι, ξενι-
-άς, πληθ. - ) τεμός
[μεσν. ξενιτιὰ <
ελνστ. ξενιτεία]
ξένος, -η, -ο 1. αυτός που κατάγεται ή Αντίθ.: ιθαγενής, ντόπιος, (1)
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα προέρχεται από άλλη χώρα Συνών.: αλλοεθνής (1), μουσα-
και άψυχα) και μένει σε άλλη, ο αλλο- φίρης, φιλοξενούμενος (2)
(ξέ-νος) δαπός: ►Τα τελευταία χρόνια Σύνθ.: ξεναγός, ξενοδόχος, ξενό-
[αρχ. ξένος] εργάζονται πολλοί ξένοι στην γλωσσος, ξενόφερτος, φιλόξενος
Ελλάδα. Οικογ. Λέξ.: ξενίζω, ξενικός, ξέ-
νιος, ξενώνας
2. αυτός που φιλοξενείται Προσδιοριζ.: γλώσσα, αντιπρο-
σε σπίτι άλλου: ►Σήμερα έχω σωπεία, ταινία, παίκτης (1)
ξένους στο σπίτι μου.
3. αυτός που δεν έχει σχέση
με κάποιον ή κάτι, άσχετος:
►Είναι ξένος προς την υπόθεση
αυτή.
139
10-0102-16,5X23,5.indd 139 19/11/2015 2:09:32 µµ

